Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε από τον Τραμπ το βράδυ της Παρασκευής, προβλέπει αμερικανική συμμετοχή σε σχεδόν το ένα τέταρτο των ανεκμετάλλευτων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας και τη δημιουργία μιας μεγάλης κοινοπρακτικής πετρελαϊκής εταιρείας, στην οποία οι ΗΠΑ θα είναι ο βασικός μέτοχος. Η νέα εταιρεία θα διαθέτει συμβάσεις διάρκειας έως και 100 ετών για την εκμετάλλευση πετρελαϊκών κοιτασμάτων στη Βενεζουέλα.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ, με δική του εντολή και σε συνεργασία με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, την προσωρινή πρόεδρο της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, εξασφάλισαν πλειοψηφικό έλεγχο σε περισσότερα από 65 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων πετρελαϊκών αποθεμάτων.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες μόλις σύναψαν συμφωνία με τη χώρα της Βενεζουέλας για τη ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!», έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Στόχος η αύξηση της παραγωγής και η μείωση της βενζίνης
Η ανακοίνωση της συμφωνίας έρχεται περίπου δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητα του Τραμπ κινείται στα μέσα έως τα υψηλά του 30%.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι υψηλές τιμές της βενζίνης, που αποτελούν σημαντική ανησυχία για τους ψηφοφόρους, είναι προσωρινές. Στην τελευταία του ανάρτηση υποστήριξε ότι η συμφωνία με τη Βενεζουέλα «θα μειώσει σημαντικά τις τιμές της βενζίνης για όλους τους Αμερικανούς».
Οι εκτιμήσεις ειδικών, ωστόσο, είναι σαφώς πιο επιφυλακτικές. Μια ουσιαστική αύξηση της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα εκτιμάται ότι θα χρειαστεί αρκετά χρόνια, καθώς τα περισσότερα κοιτάσματα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υποδομών και ασφάλειας.
Ο Τραμπ υποστήριξε ακόμη ότι η συμφωνία δεν θα έχει κόστος για τους Αμερικανούς φορολογούμενους. Ωστόσο, οι όροι που εξετάστηκαν από τη Washington Post, σε συνδυασμό με μαρτυρίες ανθρώπων που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις, δείχνουν ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι παραγωγής της αμερικανικής κυβέρνησης ενδέχεται να απαιτηθούν σημαντικές κρατικές επενδύσεις.
Υποδομές δισεκατομμυρίων και μεγάλοι κίνδυνοι
Κατάλογος που είχε κοινοποιηθεί πριν από την ανακοίνωση της συμφωνίας περιλάμβανε 17 πετρελαϊκά κοιτάσματα στα οποία οι ΗΠΑ θα αποκτήσουν συμμετοχή.
Αρκετά από αυτά δεν διαθέτουν βασικές υποδομές ή πρόσβαση σε κόμβους μεταφοράς για την επεξεργασία και τη μεταφορά του αργού. Σε άλλα, οι υποδομές που υπήρχαν έχουν υποστεί πολυετή εγκατάλειψη, ενώ έχει καταγραφεί και κλοπή εξοπλισμού.
Η επανεκκίνηση της παραγωγής θα μπορούσε να απαιτήσει επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά και εκτεταμένα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και των εγκαταστάσεων σε περιοχές όπου η εγκληματικότητα και η βία παραμένουν υψηλές.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές ποιος θα αναλάβει το κόστος των δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων που απαιτούνται για την ανάπτυξη των υποδομών πριν αρχίσει να ρέει πετρέλαιο από τα σε μεγάλο βαθμό ανενεργά κοιτάσματα. Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες έχουν μέχρι σήμερα θεωρήσει το εγχείρημα υπερβολικά υψηλού ρίσκου.
Με βάση τους όρους της συμφωνίας, η συμμετοχή της αμερικανικής κυβέρνησης στη νέα εταιρεία θα συνδυάζει μετοχική συμμετοχή με εγγυήσεις αγοράς του πετρελαίου που θα παράγεται. Το πετρέλαιο θα αγοράζεται σε κόστος, ώστε να χρησιμοποιείται για την αναπλήρωση του αμερικανικού Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου.
Ρούμπιο: «Σχεδόν 100 δισ. δολάρια ιδιωτικών επενδύσεων»
Ο Μάρκο Ρούμπιο υποστήριξε από την πλευρά του ότι η συμφωνία θα μπορούσε να προσελκύσει τεράστιες ιδιωτικές επενδύσεις στη Βενεζουέλα.
«Θα φέρει σχεδόν 100 δισ. δολάρια ιδιωτικών επενδύσεων» στη χώρα, έγραψε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών στην πλατφόρμα X, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει ποιες εταιρείες έχουν δεσμευτεί να διαθέσουν τα συγκεκριμένα κεφάλαια.
Βασικός ιδιώτης εταίρος από την πλευρά της Βενεζουέλας αναμένεται να είναι η North American Blue Energy Partners (NABEP), εταιρεία που ελέγχεται από τον Αλεχάντρο Μπετανκούρ.
Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, μέσω του Office of Strategic Capital (OSC), αναμένεται να επιβλέπει και να συνδράμει στη χρηματοδότηση των αδειών εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων.
Το Πεντάγωνο, ωστόσο, διευκρίνισε ότι το OSC δεν έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει μετοχική συμμετοχή σε ιδιωτικές εταιρείες.
«Ο ρόλος του OSC περιορίζεται αυστηρά στην παροχή κεφαλαιακής βοήθειας με τη μορφή δανείου, εγγύησης δανείου ή τεχνικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένης της διαμόρφωσης συναλλαγών για την ανάπτυξη και χρηματοδότηση επενδύσεων», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ.
Το Bloomberg News είχε αποκαλύψει πρώτο την εμπλοκή της NABEP και του Πενταγώνου στις συζητήσεις για τη συμφωνία.
Ο αμφιλεγόμενος ρόλος του Αλεχάντρο Μπετανκούρ
Ο Μπετανκούρ, 46 ετών, αποτελεί βασικό σύνδεσμο στις επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον και Καράκας. Η εταιρεία του έχει αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου από περίπου 18.000 βαρέλια ημερησίως σε σχεδόν 200.000 βαρέλια ημερησίως μέσα σε μόλις δύο χρόνια.
Ωστόσο, η παρουσία του στη συμφωνία προκαλεί ερωτήματα. Ο επιχειρηματίας έχει βρεθεί την τελευταία δεκαετία στο επίκεντρο ερευνών στην Ελβετία, την Ισπανία και τις ΗΠΑ για φερόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ αντιμετωπίζει και ελβετικό ένταλμα σύλληψης.
Ο Μπετανκούρ δεν έχει κατηγορηθεί και ο δικηγόρος του έχει αρνηθεί ότι ο πελάτης του έχει εμπλακεί σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Σύμφωνα με την Washington Post, Αμερικανοί αξιωματούχοι άσκησαν φέτος πιέσεις για την επίλυση της υπόθεσης στην Ελβετία με τρόπο που θα απέτρεπε την άσκηση ποινικών διώξεων και θα έθετε τέλος στους ταξιδιωτικούς περιορισμούς εις βάρος του.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ δεν έχουν προχωρήσει στην εκτέλεση του ελβετικού εντάλματος σύλληψης, ενώ ο Μπετανκούρ έχει ταξιδέψει επανειλημμένα στις ΗΠΑ για συναντήσεις με αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ.
Αντιδράσεις και νομικά εμπόδια στη Βενεζουέλα
Η συμφωνία δεν είναι απαλλαγμένη από σημαντικά νομικά και πολιτικά εμπόδια.
Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας υπάρχει ισχυρή αντίδραση στην παραχώρηση ελέγχου των φυσικών πόρων της χώρας στις ΗΠΑ. Μάλιστα, ενδέχεται να απαιτηθούν τροποποιήσεις στο Σύνταγμα προκειμένου να καταστεί δυνατός ο αμερικανικός έλεγχος πετρελαϊκών κοιτασμάτων.
Ο Ρικάρντο Χάουσμαν, οικονομολόγος του Χάρβαρντ και πρώην υπουργός Σχεδιασμού της Βενεζουέλας, αμφισβήτησε ευθέως τη νομιμότητα της συμφωνίας.
«Μια παράνομη προσωρινή κυβέρνηση με έναν παράνομο νόμο περί υδρογονανθράκων δεν έχει καμία νομιμοποίηση να συνάψει αυτή την αντισυνταγματική συμφωνία», έγραψε στο X. «Θα αποτελέσει φιάσκο για όλους τους εμπλεκόμενους, ξεκινώντας από τον @SecRubio».
Αμφιβολίες υπάρχουν και για τη νομιμοποίηση της προσωρινής προέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες, την οποία ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει «προσωρινή» πρόεδρο, υποσχόμενος ότι η χώρα θα επιστρέψει τελικά σε δημοκρατική και εκλεγμένη κυβέρνηση.
«Από νομικής άποψης στη Βενεζουέλα, η Ντέλσι δεν έχει καμία νομιμοποίηση», δήλωσε πρόσωπο με μακρά παρουσία στην πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας.
Το ίδιο πρόσωπο εκτίμησε ότι η αμφισβήτηση της νομιμότητας θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη χρηματοδότηση των επενδύσεων.
«Γιατί να υπογράφουμε συμφωνίες με ανθρώπους που δεν έχουν καμία απολύτως νομιμοποίηση;», διερωτήθηκε.
Από την πλευρά της, η Ροντρίγκες δήλωσε ότι η συμφωνία «θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην αναβίωση της χώρας μας».
Στο τραπέζι και αποχώρηση της Βενεζουέλας από τον OPEC
Μετά τη συμφωνία με τις ΗΠΑ, η Βενεζουέλα εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησής της από τον OPEC, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις.
Μια τέτοια κίνηση θα ήταν ευπρόσδεκτη από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της στο διεθνές εμπόριο πετρελαίου. Η Βενεζουέλα είναι, άλλωστε, ιδρυτικό μέλος του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών.
«Υποψιάζομαι ότι η αποχώρηση από τον OPEC συνδέεται περισσότερο με τον αμερικανικό έλεγχο στη χώρα παρά με την αναφερόμενη αμερικανική επενδυτική συμφωνία», δήλωσε αξιωματούχος της πετρελαϊκής βιομηχανίας.
«Στον βαθμό που οι ΗΠΑ οικοδομούν ένα ενεργειακό μπλοκ στο Δυτικό Ημισφαίριο, δεν έχει νόημα η Βενεζουέλα να παραμένει στον OPEC», πρόσθεσε.
Παραμένουν τα προβλήματα στην παραγωγή
Παρά τις μεγάλες εξαγγελίες της κυβέρνησης Τραμπ, η πετρελαϊκή παραγωγή της Βενεζουέλας έχει αυξηθεί ελάχιστα μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε υποστηρίξει ότι η εξέλιξη αυτή θα άνοιγε τον δρόμο για μια μεγάλη επενδυτική και παραγωγική έκρηξη στον πετρελαϊκό τομέα. Ωστόσο, η παραγωγή έχει αυξηθεί κατά μόλις περίπου 200.000 βαρέλια ημερησίως σε σχέση με πέρυσι, ενώ για το επόμενο έτος προβλέπεται αντίστοιχη ή μικρότερη αύξηση.
Τα προβλήματα είναι πολλά: περιορισμένη ηλεκτροδότηση, ανεπαρκείς λιμενικές υποδομές και σοβαρές ελλείψεις στον εξοπλισμό και τις μεταφορές.
«Παραμένει ασαφές αν θα ήθελε κανείς να δραστηριοποιηθεί» σε μια χώρα με τέτοιους περιορισμούς, δήλωσε ο Ντέιβιντ Γκόλντγουιν, επικεφαλής της διεθνούς εταιρείας ενεργειακών συμβούλων Goldwyn Global Strategies.
Όπως εξήγησε, οι συγκεκριμένες συνθήκες «εμποδίζουν σήμερα τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να εισέλθουν στη χώρα».
Ακόμη και αν η συμφωνία επιτρέψει στις ΗΠΑ να παρακάμψουν πλήρως τη δικαιοδοσία της κυβέρνησης της Βενεζουέλας στα πετρελαϊκά κοιτάσματα, οι περιοχές αυτές «θα εξακολουθούν να ενέχουν τους ίδιους κινδύνους» που μέχρι σήμερα έχουν περιορίσει τις επενδύσεις κυρίως σε μικρότερες εταιρείες με μεγαλύτερη ανοχή στο ρίσκο, σύμφωνα με τον Γκόλντγουιν.
Το προηγούμενο της Ουκρανίας και της Westinghouse
Η νέα συμφωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να εξασφαλίσει αμερικανικές συμμετοχές σε στρατηγικούς φυσικούς πόρους και ενεργειακά έργα.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει αντίστοιχα σχέδια για συμμετοχή στα κρίσιμα αποθέματα ορυκτών της Ουκρανίας, αλλά και μια συμφωνία για τη χρηματοδότηση της κατασκευής μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων με αντάλλαγμα συμμετοχή στην εταιρεία Westinghouse.
Ωστόσο, καμία από αυτές τις συμφωνίες δεν έχει μέχρι σήμερα οδηγήσει στις θεαματικές εξελίξεις στην παραγωγή ενέργειας που είχε προβλέψει η κυβέρνηση όταν τις ανακοίνωσε.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν η συμφωνία με τη Βενεζουέλα θα καταφέρει να ξεπεράσει τα τεράστια χρηματοδοτικά, τεχνικά και πολιτικά εμπόδια και να μετατρέψει τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας σε πραγματική αύξηση της παραγωγής.



