Μετά από διήμερο κύκλο επαφών στην Αθήνα με τραπεζικές διοικήσεις, επενδυτές, τον ΟΔΔΗΧ και τη διοίκηση της Euronext Athens, ο αναλυτής Alexander Demetriou διαπιστώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ισχυρή δυναμική, στηριζόμενες στην αυξημένη πιστωτική επέκταση, στη σταθερή ποιότητα ενεργητικού και στη δημιουργία νέων πηγών εσόδων.
Στην έκθεσή της, η Jefferies επισημαίνει ότι η χρηματιστηριακή πορεία των τραπεζικών μετοχών δεν αποτυπώνει πλήρως τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών. Για τον λόγο αυτό διατηρεί σύσταση αγοράς για Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, υπογραμμίζοντας ότι ο κλάδος έχει πλέον περάσει από τη φάση της μετα-κρίσης ανάκαμψης σε μια περίοδο ενεργητικής αξιοποίησης κεφαλαίων με στόχο την ενίσχυση της κερδοφορίας.
Κεντρικό ρόλο στις εκτιμήσεις του οίκου παίζει η ισχυρή πιστωτική επέκταση. Οι εκταμιεύσεις δανείων αυξήθηκαν κατά 30% σε ετήσια βάση στο πρώτο τρίμηνο, ενώ οι διοικήσεις εμφανίζονται αισιόδοξες και για τη δυναμική των νέων χορηγήσεων το 2026. Σύμφωνα με τη Jefferies, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο φαίνεται να έχει αγγίξει το χαμηλότερο σημείο του στο πρώτο τρίμηνο, δημιουργώντας προϋποθέσεις για περαιτέρω άνοδο τόσο στα καθαρά έσοδα από τόκους όσο και στα περιθώρια κέρδους.
Η ανάλυση εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν τα καθαρά έσοδα από τόκους: την περαιτέρω αύξηση των δανειακών χαρτοφυλακίων, τις αποδόσεις από τα χαρτοφυλάκια τίτλων και τις εξελίξεις στα επιτόκια. Παράλληλα, οι τράπεζες δεν διαπιστώνουν μέχρι στιγμής σημαντική πίεση στον ανταγωνισμό για τις καταθέσεις, παρά τη μεταφορά μέρους της ρευστότητας προς τα αμοιβαία κεφάλαια. Η ισχυρή πλεονάζουσα ρευστότητα εξακολουθεί να συγκρατεί το κόστος χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ασφαλιστικός τομέας, τον οποίο η Jefferies θεωρεί σημαντική πηγή μελλοντικής ανάπτυξης, καθώς η ελληνική αγορά παραμένει λιγότερο ανεπτυγμένη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Eurobank και η Τράπεζα Πειραιώς αναφέρθηκαν στις πιθανές κεφαλαιακές ενισχύσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν μέσω του μηχανισμού Danish Compromise στις πρόσφατες ασφαλιστικές συμφωνίες τους, με ορίζοντα υλοποίησης το 2028. Παράλληλα, οι διοικήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικές σε πιθανές εξαγορές, επιδιώκοντας μόνο κινήσεις που προσφέρουν σαφή στρατηγική και κερδοφοριακή αξία.
Σημαντικές ευκαιρίες εντοπίζονται και στα επανεξυπηρετούμενα δάνεια. Η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς εκτιμούν ότι μπορούν να ενισχύσουν μη οργανικά τα δανειακά τους χαρτοφυλάκια μέσω μέρους της αγοράς ύψους περίπου 80 δισ. ευρώ που σήμερα διαχειρίζονται οι servicers. Η Πειραιώς τοποθετεί τη δυνητική αγορά μεταξύ 3 και 4 δισ. ευρώ, ενώ η Εθνική θεωρεί ότι μπορεί να προσεγγίζει ακόμη και τα 20 δισ. ευρώ. Κοινή προτεραιότητα παραμένει, ωστόσο, η διατήρηση υψηλής ποιότητας ενεργητικού.
Για τις μικρότερες τράπεζες, η Jefferies καταγράφει έντονους ρυθμούς ανάπτυξης. Optima Bank και CrediaBank αύξησαν τα δάνειά τους κατά 40% σε ετήσια βάση στο πρώτο τρίμηνο. Η Optima αναμένεται να εμφανίσει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) 25% το 2025 και δείκτη κόστους προς έσοδα μόλις 22%, ενώ η CrediaBank εισέρχεται σε νέα αναπτυξιακή φάση μετά την πρόθεση εξαγοράς του 70% της HSBC Malta, κίνηση που αναμένεται να διπλασιάσει το ενεργητικό της.
Σε ό,τι αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ακόμη επιφυλακτική στάση. Παρότι δεν ενσωματώνουν προς το παρόν σημαντικά οφέλη από την AI στα επιχειρησιακά τους σχέδια, εξετάζουν ήδη εφαρμογές σε τομείς όπως η ταυτοποίηση πελατών και η αξιολόγηση καταναλωτικής πίστης. Σύμφωνα με τη Jefferies, η μεγαλύτερη πίεση στο λειτουργικό κόστος εξακολουθεί να προέρχεται από τις δαπάνες προσωπικού και την ανάγκη διατήρησης εξειδικευμένων στελεχών.



