Αυτό φάνηκε την 24η Φεβρουαρίου, ημέρα που συμπληρώθηκαν τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία, όπου τα κόμματα του προοδευτικού χώρου δεν φιλοτιμήθηκαν να βγάλουν σχετικές δηλώσεις συμπαράστασης στον αμυνόμενο ουκρανικό λαό και καταδίκης της ρωσικής εισβολής. Κι αυτό είναι άξιο απορίας.
Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, δεν έβγαλε καμία ανακοίνωση, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία του κόμματος στήριξε στο παρελθόν την αμυντική προσπάθεια των Ουκρανών και καταδίκασε ρητά τις πρακτικές του Κρεμλίνου. Στην τέταρτη επέτειο, φωτεινή εξαίρεση μεταξύ των κορυφαίων στελεχών ήταν η βουλευτής Νάντια Γιαννακοπούλου, η οποία έκανε λόγο για ωμή εισβολή της Ρωσίας, για ηρωικό αγώνα των Ουκρανών, τονίζοντας την ανάγκη ο αναθεωρητισμός να μη καταστεί η νέα κανονικότητα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκε ετεροχρονισμένα με μία ανακοίνωση άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. Από τη μια καταδίκασε τη Ρωσία για την εισβολή, αλλά από την άλλη έριξε την ευθύνη στην Ευρώπη για το γεγονός ότι δεν πήρε ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, παρασυρόμενη από τις ΗΠΑ. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν η ΕΕ που παραβίασε τα σύνορα μιας ανεξάρτητης χώρας, αλλά η Ρωσία.
Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν έδωσε εντολή για την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» εν μέσω συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, γεγονός που επιβεβαιώνει την απαξίωσή του προς τους διεθνείς θεσμούς, την πολυμέρεια και τη διακρατική συνεργασία. Η κατηγορία για μη λήψη ειρηνευτικών πρωτοβουλιών είναι επίσης αβάσιμη, καθώς τόσο ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν όσο και ο τότε Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς ταξίδεψαν αυτοπροσώπως στη Μόσχα, σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, με στόχο να αποκλιμακωθεί η ένταση, μόλις λίγες μέρες πριν την έναρξη της εισβολής. Η Ρωσία όμως προτίμησε τα όπλα έναντι της διπλωματίας, αψηφώντας κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου.
Όσον αφορά τη Νέα Αριστερά, έχει επιλέξει τη σιωπή στο ουκρανικό, σαν να μην υπάρχει, ενώ στελέχη της αντιδρούν συνήθως αμήχανα όταν καλούνται να τοποθετηθούν για την ευθύνη της Μόσχας. Η αγανάκτηση για την αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι αναμενόμενη, αλλά δεν δικαιολογεί τα ήξεις αφήξεις.
Χαρακτηριστική ήταν η ομιλία του προέδρου Αλέξη Χαρίτση στο συνέδριο του κόμματος τον Ιανουάριο. Καταδίκασε την ισραηλινή κυβέρνηση (και ορθώς), κάνοντας λόγο για «βόμβες που ισοπεδώνουν τη Γάζα». Στο ουκρανικό, όμως, προτίμησε να εκφραστεί πιο ουδέτερα, κάνοντας αναφορά σε «νέους ανθρώπους που σκοτώνονται στους λασπότοπους της Ουκρανίας», αποφεύγοντας, για ακατανόητους λόγους, να κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα σε αμυνόμενους και επιτιθέμενους.
Η στάση των αριστερών κομμάτων της Ευρώπης
Εν τω μεταξύ, δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί κανείς το ΝΑΤΟ — που προφανώς δεν πρόκειται για άγιο οργανισμό — για να στηρίξει την αμυνόμενη Ουκρανία. Αρκεί η εστίαση στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσής της.
Αυτό το έχουν δείξει κόμματα της ευρωπαϊκής αριστεράς. Η γερμανική Linke, για παράδειγμα, είναι σκεπτική για τον ευρύτερο ρόλο της στρατιωτικής συμμαχίας, καταδικάζει όμως με σαφήνεια την εισβολή, πιέζοντας για ενίσχυση των οικονομικών κυρώσεων κατά του ρωσικού καθεστώτος. Παραδέχεται, μάλιστα, ότι η Ουκρανία έχει κάθε δίκαιο να απαιτεί ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας, αν και αντιτίθεται στα ειρηνευτικά στρατεύματα. Παράλληλα, το ηγετικό της στέλεχός Γιαν Φαν Άκεν, τονίζει ότι το μέλλον της αμυνόμενης χώρας μπορεί να αποφασιστεί μόνο από την ίδια, ειδικά σε ό,τι αφορά το εδαφικό καθεστώς.
Η φινλανδική Vasemmistoliitto (Αριστερή Συμμαχία) τονίζει επίσης το δικαίωμα της Ουκρανίας στην αυτοάμυνα, προειδοποιώντας για τον ρωσικό επεκτατισμό, εστιάζοντας όμως στην ανάγκη να μην πληρώσει το κοινωνικό κράτος το τίμημα. Μάλιστα, το κόμμα συναίνεσε, όσο συμμετείχε στην κυβέρνηση της Σάνα Μάριν, στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, παρά τις αρχικές ενστάσεις του ηγετικού της στελέχους Λι Άντερσον, τότε υπουργός Παιδείας και σήμερα ευρωβουλευτής. Επιπλέον, το κόμμα έχει υπερψηφίσει την αποστολή όπλων στην Ουκρανία.
Δεν αναφέρουμε τυχαία τα παραδείγματα των δύο αυτών κομμάτων, καθώς πρόκειται για σχήματα που ενίσχυσαν τα ποσοστά τους σε καιρούς όπου η αριστερά αντιμετωπίζει ταυτοτική κρίση και η ακροδεξιά ισχυροποιείται. Η Linke θεωρούνταν πολιτικά τελειωμένη στη Γερμανία. Με την αποχώρηση της φιλοπουτινικής Σάρα Βάγκενκνεχτ, όμως, κατάφερε στις εκλογές του 2025 να εξασφαλίσει την είσοδό της στη Βουλή, διπλασιάζοντας το ποσοστό της στο 8%. Η Vasemmistoliitto πέτυχε στις Ευρωεκλογές του 2024 ποσοστό 17,3%, σημειώνοντας άνοδο κατά 10,4 ποσοστιαίες μονάδες και εκλέγοντας 3 Ευρωβουλευτές.
Οι αρχές που δοκιμάζονται
Κινητήριος μοχλός της κεντροαριστεράς και του προοδευτικού χώρου είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, των αδυνάμων, των φτωχών, των ευάλωτων, των αμυνόμενων και των καταπιεσμένων, καθώς και η εναντίωση σε κάθε μορφή αυταρχισμού, είτε αμερικανικού είτε ρωσικού. Σε αυτές τις αρχές προστίθενται η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου και η προάσπιση της αυτοδιάθεσης των λαών, με σταθερή αναφορά στις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, το πολυτιμότερο εργαλείο για την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών.
Αυτές οι βασικές γραμμές θα έπρεπε, με βάση τη λογική, να οδηγήσουν τον εγχώριο προοδευτικό χώρο σε σαφέστερη και πιο ενεργητική καταδίκη της ρωσικής εισβολής και σε υπεράσπιση της αυτοδιάθεσης της Ουκρανίας. Αντ’ αυτού, οι φορείς του περιορίζονται σε αντιαμερικανικά συνθήματα και σε γενικόλογες εκκλήσεις για ειρήνη. Είναι κατανοητό το γεγονός ότι η ελληνική κοινή γνώμη δεν ερμηνεύει τη Ρωσία ως υπαρξιακή απειλή, σε αντίθεση με άλλα κράτη. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν κόμματα και πρόσωπα που έχουν κυβερνήσει στο παρελθόν και που εξακολουθούν να διεκδικούν ρόλο στα κοινά, να μην αντιλαμβάνονται τις προεκτάσεις του πολέμου στην Ουκρανία για το μέλλον της Ευρώπης και του ελεύθερου κόσμου συνολικά.








