Η βασική λογική είναι απλή: όπως τα κράτη εκδίδουν κρατικά ομόλογα, έτσι και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να εκδίδει κοινά ομόλογα. Οι επενδυτές θα αγοράζουν «ευρωπαϊκό» χρέος και θα λαμβάνουν τόκο, με τον δανεισμό να γίνεται σε υπερεθνικό επίπεδο για τη χρηματοδότηση κοινών προτεραιοτήτων — από την άμυνα και την τεχνητή νοημοσύνη έως την πράσινη μετάβαση.
Υπέρ και κατά της αμοιβαιοποίησης
Ωστόσο, δεν υπάρχει ομοφωνία. Ορισμένοι οικονομολόγοι και κεντρικοί τραπεζίτες στηρίζουν την ιδέα, θεωρώντας ότι η ΕΕ οφείλει να αντιμετωπίσει συλλογικά κομβικές προκλήσεις. Άλλοι εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις.
Στην πρώτη γραμμή της αντίθεσης βρίσκεται η Γερμανία, μαζί με χώρες όπως η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Αυστρία. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι ο κοινός δανεισμός θα σήμαινε στην πράξη ανάληψη ευθύνης για κράτη με υψηλότερο χρέος και χαμηλότερες οικονομικές επιδόσεις. Υποστηρίζουν επίσης ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποδυναμώσει τα κίνητρα για δημοσιονομική πειθαρχία.
Ειδικά για τη Γερμανία, υπάρχει και ο φόβος υποβάθμισης της πιστοληπτικής της ικανότητας, καθώς τα γερμανικά ομόλογα κατατάσσονται παραδοσιακά στις υψηλότερες βαθμίδες αξιολόγησης. Την ανησυχία αυτή έχει εκφράσει και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.
Σημαντική διευκρίνιση: δεν συζητείται η αμοιβαιοποίηση παλαιών εθνικών χρεών. Η πρόταση αφορά αποκλειστικά μελλοντικό κοινό δανεισμό για συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς σκοπούς.
Η στάση της ΕΚΤ και τα πρακτικά εμπόδια
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ΕΚΤ εμφανίζεται πλέον πιο ανοιχτή στη συζήτηση. Ωστόσο, πέρα από τις πολιτικές αντιστάσεις, υπάρχουν και πρακτικά ζητήματα: θεσμικές αλλαγές, ρυθμιστικές προσαρμογές και σαφής καθορισμός των όρων έκδοσης και αποπληρωμής.
Δεν πρόκειται, πάντως, για εντελώς αχαρτογράφητο πεδίο. Η ΕΕ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο σημαντικές περιπτώσεις κοινού δανεισμού:
· με το Ταμείο Ανάκαμψης ύψους 750 δισ. ευρώ μετά την πανδημία,
· και με το πακέτο στήριξης προς την Ουκρανία.
Και στις δύο περιπτώσεις, καθοριστική υπήρξαν οι πρωτοβουλίες του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος εξακολουθεί να πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά χαρακτηρίστηκαν «έκτακτα». Η μόνιμη θεσμοθέτηση ευρωομολόγου θα απαιτούσε αναθεώρηση κανονισμών και ενδεχομένως πολιτικές συναινέσεις που μέχρι σήμερα δεν έχουν επιτευχθεί.
Το ευρώ, το δολάριο και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός
Σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, η προσφορά «ασφαλών» κρατικών ομολόγων με υψηλή ρευστότητα στην Ευρώπη είναι περιορισμένη. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι αυτό αποτελεί βασικό εμπόδιο για την ενίσχυση του ευρώ ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος απέναντι στο δολάριο.
Την ίδια στιγμή, η κυριαρχία του δολαρίου δεν θεωρείται πλέον απόλυτα αδιαμφισβήτητη, καθώς οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν προχωρήσει σε ήπιες υποβαθμίσεις των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου υπάρχουν αναλύσεις, σύμφωνα με τις οποίες, το ευρώ θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να λειτουργήσει ως ασφαλές καταφύγιο.
Μονόδρομος οι κοινές επενδύσεις;
Οι επενδυτικές ανάγκες της Ευρώπης – ιδίως στον τομέα της άμυνας – είναι τέτοιες που δύσκολα μπορούν να καλυφθούν από μεμονωμένα κράτη. Το γεγονός ότι η συζήτηση για ευρωομόλογο επανέρχεται δυναμικά δείχνει ότι η ΕΕ βρίσκεται σε καμπή: είτε θα κινηθεί προς βαθύτερη οικονομική ενοποίηση είτε κινδυνεύει να μείνει πίσω στον ανταγωνισμό με άλλους γεωπολιτικούς παίκτες.
Μέχρι στιγμής, οι παραχωρήσεις υπέρ υπερεθνικών πρωτοβουλιών δεν υπήρξαν εύκολες, καθώς η καχυποψία μεταξύ των κρατών-μελών παραμένει έντονη. Όμως οι πιέσεις της συγκυρίας ενδέχεται να επιταχύνουν αποφάσεις που για χρόνια έμεναν στο συρτάρι.
Όσον αφορά την Ελλάδα, τάσσεται διαχρονικά υπέρ του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, ιδίως όταν αυτός αφορά στρατηγικούς τομείς όπως η άμυνα. Έχει ήδη βιώσει τα οφέλη σε όρους ρευστότητας και επενδυτικής ώθησης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, γεγονός που ενισχύει τη θετική της στάση απέναντι σε μια πιο μόνιμη ευρωπαϊκή λύση.







