• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ο πόλεμος της φθοράς: Πότε θα «λυγίσει» η ρωσική οικονομία;
08:49 - 26 Φεβ 2026

Ο πόλεμος της φθοράς: Πότε θα «λυγίσει» η ρωσική οικονομία;

Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία συνεχίζεται, έχοντας μπει πλέον στο πέμπτο του έτος. Κι ενώ το 2025 ήταν το φονικότερο για τον άμαχο πληθυσμό του αμυνόμενου κράτους, οι γραμμές στο μέτωπο παρουσιάζουν ελάχιστες μετατοπίσεις, και αυτό με τεράστιο ανθρώπινο κόστος για αμφότερες πλευρές. Το ερώτημα είναι μήπως τελικά ο πόλεμος δεν κριθεί σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά στο οικονομικό. Το επιχείρημα είναι ότι, αν η Ρωσία δεχθεί αποτελεσματικές οικονομικές κυρώσεις, θα περιοριστεί η δυνατότητά της να αναχρηματοδοτεί το μέτωπο και, κατά συνέπεια, ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα αναγκαστεί να προσέλθει ο ίδιος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ποια είναι η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας σήμερα; Γιατί δεν έχουν αποδώσει στον επιθυμητό βαθμό οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές κυρώσεις των τελευταίων ετών; Θα μπορούσαν νέες πιο στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις να αυξήσουν την πίεση στο Κρεμλίνο; Υπάρχει αντίστοιχο ιστορικό προηγούμενο στο οποίο αναγκάστηκε ένα κράτος να υποχωρήσει από κάποια αμφιλεγόμενη επιδίωξή του λόγω οικονομικών κυρώσεων;

Ένας λόγος που ο πόλεμος συνεχίζεται είναι ότι τα κόστη του δεν φαίνεται να τα έχουν αισθανθεί ακόμη οι Ρώσοι σε βαθμό που θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια. Ωστόσο, μικρές συνέπειες γίνονται ολοένα και πιο ορατές, για παράδειγμα από τις ουρές σε βενζινάδικα λόγω ελλείψεων πετρελαίου ή από την απενεργοποίηση του ίντερνετ για λόγους άμυνας απέναντι σε ουκρανικά drones που αντεπιτίθενται. Με μια πρώτη ματιά, αν βρεθεί κανείς στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη, θα δει γεμάτα μαγαζιά, ενώ οι πτήσεις προς Τουρκία και Ασία εξακολουθούν να έχουν σχετικά μεγάλη πληρότητα.

Τα κόστη του πολέμου

Ωστόσο, πλέον καταγράφεται κύμα πτωχεύσεων σε μικρομεσαία καταστήματα, το μεγαλύτερο από την περίοδο της πανδημικής κρίσης. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος αγαθών αλλά και στην αύξηση των φόρων. Αν μια επιχείρηση δεν είναι σε θέση να απορροφήσει τις αυξήσεις και χάνει την πελατεία της, κλείνει. Επίσης, το κόστος δανεισμού έχει εκτιναχθεί, με αποτέλεσμα να εξασθενούν οι προοπτικές βιωσιμότητας και ανάπτυξης των επιχειρήσεων, ειδικά για τις μικρομεσαίες.

Στην αρχή του πολέμου, από οικονομική σκοπιά, η Ρωσία βρισκόταν σε αρκετά καλή κατάσταση, παρά τις ισχυρές δυτικές κυρώσεις, καθώς υπήρξε ανάπτυξη και αύξηση μισθών. Σε αυτό συνέβαλε η πολεμική οικονομία και οι αυξημένες ανάγκες της, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για «σκοτωμένο» χρήμα. Για παράδειγμα, ένα τανκ που, τρεις μήνες μετά την κατασκευή του, καταστρέφεται στο μέτωπο προσμετράται κανονικά στους οικονομικούς δείκτες. Επίσης, αυξήθηκαν οι μισθοί επειδή απαιτούνταν εργατικό δυναμικό στα εργοστάσια, εν μέσω φυγής πολλών Ρώσων από τη χώρα ή στράτευσής τους.

Πλέον, όμως, η κατάσταση είναι αρκετά πιο δύσκολη, διότι στενεύουν τα οικονομικά περιθώρια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν μειωθεί τα έσοδα από τις πρώτες ύλες, λόγω της πτώσης στις τιμές του πετρελαίου αλλά και του φυσικού αερίου. Το 2022 τα έσοδα της Ρωσίας από την εξαγωγή αερίου κυμάνθηκαν περίπου στα 300 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 2026 αυτό το ποσό θα υποχωρήσει στα 100–125 δισ.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία του ΔΝΤ για την πορεία της ρωσικής οικονομίας: Μετά την ύφεση του 1,4% το 2022, σημειώθηκε σημαντική ανάκαμψη, με τους αναπτυξιακούς ρυθμούς τη διετία 2023-2024 να ξεπερνούν το 4%. Ωστόσο, το 2025 η αύξηση του ΑΕΠ επιβραδύνθηκε απότομα στο 0,6%, ενώ για το 2026 η πρόβλεψη περιορίζεται στο 0,8%.

Κινούμενη βόμβα η στρατιωτικοποιημένη ρωσική οικονομία

Παρά τις σημαντικές πιέσεις, τα τρέχοντα δεδομένα δείχνουν ότι η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο δημοσιονομικής κατάρρευσης, καθώς διατηρεί ακόμη επαρκή αποθέματα και προσαρμοστικότητα.

Μακροπρόθεσμα όμως, η στρατιωτικοποιημένη ρωσική οικονομία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πρόβλημα. Οι επενδύσεις αυτές έχουν κατά βάση βραχυπρόθεσμο αναπτυξιακό αντίκτυπο. Ταυτόχρονα, χάνονται σημαντικά κονδύλια για το μέλλον, καθώς δεν κατευθύνονται σε παραγωγικές και καινοτόμες επενδύσεις, αλλά στη χρηματοδότηση του μετώπου. Ουσιαστικά, μια μεταπολεμική Ρωσία θα αντιμετωπίσει εξίσου σημαντικές προκλήσεις με την ουκρανική, διότι η στρατιωτικοποιημένη οικονομία της θα πρέπει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να αναπροσαρμοστεί ή τα κονδύλια να μεταφερθούν αλλού, κάτι που θα είχε επίσης μεγάλο κόστος μετάβασης.

Το δημογραφικό αποτελεί επίσης ένα τεράστιο ζήτημα για τη Ρωσία γενικότερα, και το πρόβλημα υπήρχε ήδη πριν από τον πόλεμο. To Center for Strategic and International Studies εκτιμά ότι 1,2 εκατ. Ρώσοι στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους, έχουν τραυματιστεί ή αγνοούνται. Αυτό το τίμημα θα κληθεί κάποια στιγμή να το πληρώσει η Μόσχα και με οικονομικούς όρους.

Υπάρχει άσος στο μανίκι;

Από πλευράς κυρώσεων, τα πιο αποτελεσματικά μέτρα είναι μέχρι στιγμής κάποιες κυρώσεις του Τραμπ που στοχεύουν το ρωσικό πετρέλαιο και αποθαρρύνουν ουσιαστικά την εισαγωγή του από την Κίνα και την Ινδία.

Ωστόσο. ο Αμερικανός πρόεδρος έχει μέχρι στιγμής αποφύγει να μεγιστοποιήσει την οικονομική πίεση προς τη Ρωσία. Ο άσος στο μανίκι θα ήταν η επιβολή δασμών 500% στο ρωσικό πετρέλαιο και στους αποδέκτες του. Θεωρητικά, η ρύθμιση είναι έτοιμη να εγκριθεί από τη Γερουσία, λαμβάνοντας διακομματική συναίνεση, ωστόσο ο Τραμπ διστάζει να δώσει το τελικό «πράσινο φως». Εκτιμάται ότι το μέτρο αυτό θα αύξανε σημαντικά την πίεση στη Μόσχα. Επίσης, πρέπει να συνυπολογιστεί ότι η τήρησή του και η μη παράκαμψή του είναι δύσκολο να επιβλεφθούν, δεδομένης της μεγάλης συνοριακής γραμμής που μοιράζονται Ρωσία και Κίνα.

Επιπλέον, υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι και η Ευρώπη οφείλει να μεγιστοποιήσει την οικονομική πίεση κατά της Μόσχας, με το επιχείρημα ότι είναι πολύ πιο πλούσια από εκείνη. Για παράδειγμα, το ρωσικό ΑΕΠ κινείται περίπου στα επίπεδα της Ιταλίας.

Ωστόσο, θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι οι κυρώσεις λειτουργούν σαν «πολιορκία». Χρειάζονται συνεχή επίβλεψη και ανανέωση ή προσαρμογή, καθώς πάντα προκύπτουν «τρύπες» και γκρίζες ζώνες, τις οποίες η Ρωσία έχει δείξει ότι είναι σε θέση να εντοπίζει.

Έλλειψη ευελιξίας στην Ευρώπη

Και αυτό συνιστά πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς, ελλείψει ενιαίας εξωτερικής πολιτικής, δυσκολεύεται να λάβει γρήγορες αποφάσεις και να αντιδράσει αποτελεσματικά. Σε πολλές κρίσιμες επιλογές απαιτείται ομοφωνία, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επίτευξη ουσιαστικού συμβιβασμού όταν 27 κράτη-μέλη έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, αν όχι αντικρουόμενα συμφέροντα.

Η καταδίκη της ρωσικής εισβολής είναι σχεδόν καθολική, ωστόσο ο Βίκτορ Όρμπαν παραμένει μόνιμος πονοκέφαλος για τις Βρυξέλλες, καθώς δεν διστάζει, με τη φιλική του στάση απέναντι στη Μόσχα, να χαράσσει διαφορετική γραμμή και να «φρενάρει» νέα, επώδυνα μέτρα κατά της Ρωσίας.

Ιράν: Όταν οι κυρώσεις απέδωσαν

Μέχρι στιγμής υπάρχει ένα παράδειγμα επιβολής τόσο αυστηρών δασμών που κάποια χώρα αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Πρόκειται για την περίπτωση του Ιράν, το οποίο επιχειρούσε να αναπτύξει πυρηνικό πρόγραμμα.

Οι πιέσεις στις αρχές της δεκαετίας του 2010 ήταν αφόρητες, κυρίως από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στη συνέχεια η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία ευθυγραμμίστηκαν με το κλίμα της εποχής, για διαφορετικούς στρατηγικούς λόγους η κάθε μία. Αυτή η παγκόσμια σύμπνοια οδήγησε στην υπογραφή του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA) τον Ιούλιο του 2015 από την ομάδα των P5+1 (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Κίνα, Ρωσία) και το Ιράν. Το σχέδιο αυτό περιόριζε δραστικά την ανάπτυξη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Σε αντάλλαγμα υπήρξε άρση κυρώσεων. Σήμερα, η κατάσταση στο Ιράν είναι και πάλι στον αέρα, χωρίς να υπάρχει στοιχειώδης συνεννόηση ανάμεσα στους σημαντικούς γεωπολιτικούς παίκτες, λόγω της «έμπνευσης» του Τραμπ να αποσύρει το 2018 τις ΗΠΑ μονομερώς από τη συμφωνία.

Μέχρι την αμερικανική απόσυρση, όλοι συμμετείχαν σε εκείνο το πλαίσιο κυρώσεων. Αντίθετα, στη ρωσική περίπτωση δεν υπάρχει η ίδια διάθεση, παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ, οι οποίες σχετίζονται περισσότερο με τον σινοαμερικανικό ανταγωνισμό παρά με το μέλλον της Ουκρανίας.

Οι εκτιμήσεις, λοιπόν, ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα κριθεί τελικά από την οικονομική αντοχή είτε της Ευρώπης (που στηρίζει το Κίεβο) είτε της ίδιας της Ρωσίας είναι, κατά βάση, εύστοχες. Ωστόσο, η αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων που θα μπορούσαν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση στη ρωσική οικονομία συνιστά μια τιτάνια πρόκληση. Χωρίς συνεχή προσαρμογή και ουσιαστικό έλεγχο, τα όποια μέτρα κινδυνεύουν να φθαρούν με την πάροδο του χρόνου.

Τελευταία τροποποίηση στις 26/02/2026 - 07:42