Η κατάσταση στο μέτωπο παραμένει δύσκολη για τους αμυνόμενους Ουκρανούς και οι απώλειες αυξάνονται σταθερά. Πριν από τη ρωσική εισβολή κατοικούσαν στην Ουκρανία 41 εκατομμύρια άνθρωποι. Τριάμισι χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2025, το Center for Strategic and International Studies (CSIS) εκτιμά ότι ο ουκρανικός στρατός έχει υποστεί άνω των 100.000 απωλειών.
Σημειώνεται ότι το ίδιο Ινστιτούτο εκτιμά τις απώλειες του ρωσικού στρατού στις 350.000. Πρόκειται, ωστόσο, για αριθμούς που δεν μπορούν να διασταυρωθούν με ασφάλεια. Τόσο η Ουκρανία, όσο και η Ρωσία συνηθίζουν να παρουσιάζουν μειωμένο τον αριθμό των δικών τους θυμάτων και αυξημένο εκείνον των απωλειών του εκάστοτε αντιπάλου. Διαστρεβλώσεις τέτοιου είδους από αμφότερες πλευρές εξυπηρετούν την ενίσχυση του ηθικού δυνάμεών τους και δημιουργούν πιέσεις σε άλλους παράγοντες που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στο διπλωματικό παρασκήνιο.
Μετατοπίσεις πληθυσμών και το «αγκάθι» του δημογραφικού
Εστιάζοντας ωστόσο στην μακροπρόθεσμη και μεταπολεμική προοπτική της Ουκρανίας, θα πρέπει κανείς να εστιάσει στον άμαχο πληθυσμό. Τον Αύγουστο, το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα κατέγραψε συνολικά 13.883 θύματα αμάχων, ανάμεσά τους 726 παιδιά. Κατέγραψε ακόμη 35.548 τραυματίες, μεταξύ των οποίων 2.234 παιδιά. Μέχρι το 2024 είχαν εκτοπιστεί περίπου 9,5 εκατομμύρια άνθρωποι, σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού, εκ των οποίων 5,7 εκατομμύρια στο εξωτερικό. Πρόκειται κυρίως για γυναίκες και παιδιά, κατά κύριο λόγο από τις κατεχόμενες περιοχές.
Για τη στήριξη των ανθρώπων που εγκατέλειψε την Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαθέσει περίπου 17 δισεκατομμύρια ευρώ. Η ενσωμάτωση των παιδιών στα σχολεία θεωρείται σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένη. Από την άλλη, τα κύρια προβλήματα εντοπίζονται στην ένταξη στην αγορά εργασίας και στην εύρεση προσιτής στέγης.
Το δημογραφικό αποτελεί ένα από τα πιο κομβικά ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια μεταπολεμική Ουκρανία. Για τον λόγο αυτό, ο Ζελένσκι αρνείται προς το παρόν να μειώσει το όριο ηλικίας στράτευσης στα 18 έτη και έχει επιτρέψει ακόμη και σε νέους άνδρες να ταξιδεύσουν στο εξωτερικό, προφανώς με τη σκέψη ότι μια μεταπολεμική Ουκρανία θα τους έχει ανάγκη.
Πέρα από τις ανθρώπινες απώλειες του πολέμου, έχουν μειωθεί δραστικά και οι γεννήσεις. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται αφενός με την παρουσία πολλών ανδρών στο μέτωπο και αφετέρου με τη φυγή πολλών νέων γυναικών στο εξωτερικό. Το 2021 ο μέσος όρος γεννήσεων ανερχόταν σε 1,1 παιδί ανά γυναίκα, ενώ το 2023 μειώθηκε στο 0,7. Επιπλέον, όσο περνά ο χρόνος, ολοένα και περισσότεροι Ουκρανοί πρόσφυγες που βρίσκονται σε γειτονικές ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες συμβιβάζονται με την ιδέα ότι δεν θα επιστρέψουν στη χώρα τους. Ενώ το 2022 τα τρία τέταρτα δήλωναν ότι πιθανότατα θα επιστρέψουν στην Ουκρανία, στο τέλος του 2024 το ποσοστό αυτό είχε υποχωρήσει κάτω από το 50%.
Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των προσφύγων έχει πλέον ενταχθεί στις κοινωνίες υποδοχής και έχει βρει έναν νέο ρυθμό καθημερινότητας, ιδιαίτερα τα παιδιά που φοιτούν σε σχολεία. Ο δεύτερος σχετίζεται με το ασαφές πλαίσιο που επικρατεί ως προς τις εγγυήσεις ασφαλείας. Ελάχιστοι θα επιθυμούσαν να επιστρέψουν σε μια χώρα που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί εκ νέου σε εμπόλεμη κατάσταση. Οι φόβοι αυτοί έχουν ενισχυθεί από τους χειρισμούς των Ηνωμένων Πολιτειών υπό την προεδρία Τραμπ.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το ερώτημα τι θα συμβεί με τα περίπου 3,5 εκατομμύρια Ουκρανών υπηκόων που διαμένουν στα κατεχόμενα εδάφη, σε περίπτωση επίτευξης εκεχειρίας. Τον Μάρτιο του 2025, ο Βλαντίμιρ Πούτιν υπέγραψε διάταγμα που προβλέπει τη χορήγηση ρωσικής υπηκοότητας. Διεθνείς παρατηρητές εκτιμούν ότι πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική «ρωσοποίησης» του τοπικού πληθυσμού.
Το ζήτημα της ανοικοδόμησης
Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα των υλικών καταστροφών. Το κόστος ανοικοδόμησης της χώρας εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος δεκαετίας, ενώ περίπου το 13% των κατοικιών έχει καταστραφεί. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο να δελεάσουν την Ουκρανία με πακέτο ύψους 800 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανοικοδόμηση, προκειμένου το Κίεβο να συναινέσει σε μια ειρηνευτική συμφωνία που θα προέβλεπε την παραχώρηση περίπου του ενός τετάρτου του Ντονμπάς που ελέγχεται σήμερα από ρωσικά στρατεύματα. Το Κίεβο ωστόσο βάζει «φρένο» σε παραχώρηση εδαφών, τα οποία ελέγχει.
Ιδιαίτερα προβληματικές παραμένουν οι ζημιές σε κρίσιμες υποδομές, όπως το σιδηροδρομικό δίκτυο και τα συστήματα ύδρευσης. Παράλληλα, οι εκρήξεις βομβών έχουν προκαλέσει σοβαρή μόλυνση του εδάφους και των υδάτων. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Ουκρανίας καταγράφει τις περιβαλλοντικές ζημιές με στόχο να ενταχθούν σε μελλοντικές απαιτήσεις αποζημιώσεων, σύμφωνα με ρεπορτάζ του γαλλογερμανικού τηλεοπτικού δικτύου ARTE.
Κατεστραμμένη οικονομία και το ζήτημα των επενδύσεων
Η οικονομική ανάκαμψη της χώρας αναμένεται επίσης να είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Περίπου το 30% των θέσεων εργασίας έχει χαθεί. Ο πληθωρισμός ανήλθε στο 20,2% το 2022 και, παρότι έχει υποχωρήσει, παραμένει υψηλός, στο 14%, με την ακρίβεια να επηρεάζει το σύνολο της κοινωνίας. Είναι πιθανό η ουκρανική οικονομία να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικοποιημένη, κάτι που θεωρείται αναγκαίο σε πρώτη φάση και από ευρωπαϊκής πλευράς, τόσο για λόγους ασφάλειας όσο και για λόγους αξιοποίησης της τεχνογνωσίας που έχει αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ωστόσο, και εδώ, η γενικότερη οικονομική ανάταξη της Ουκρανίας συνδέεται άρρηκτα με τις εγγυήσεις ασφαλείας. Θα απαιτηθούν σημαντικές εξωτερικές επενδύσεις, όμως καμία μεγάλη εταιρεία δεν πρόκειται να διαθέσει κεφάλαια σε μια χώρα που δεν προσφέρει μια στοιχειωδώς μακροπρόθεσμη προοπτική σταθερότητας και ανάπτυξης και που κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα εκτεταμένο «γηροκομείο», καθώς οι νεότερες γενιές αναζητούν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Στο ίδιο πλαίσιο, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το κόστος συντήρησης του ουκρανικού στρατού. Εάν η δύναμή του διατηρηθεί στους 800.000 άνδρες, θα απαιτούνται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 70–80 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για τη χρηματοδότησή του — ποσό που προσεγγίζει τον συνολικό προπολεμικό προϋπολογισμό της χώρας. Πριν από τον πόλεμο, οι αμυντικές δαπάνες ανέρχονταν στα 41 δισεκατομμύρια δολάρια.
Σήμερα, η δημοσιονομική ρευστότητα της Ουκρανίας διασφαλίζεται μέσω της στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κοινού δανεισμού. Ωστόσο, θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό ότι, σε περίπτωση επίτευξης ειρήνης υπό όρους αποδεκτούς και για την ουκρανική πλευρά, το κόστος αυτό θα καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από τις Βρυξέλλες, ενδεχομένως μέσω ενός νέου χρηματοδοτικού εργαλείου. Υπενθυμίζεται ότι ο Ζελένσκι πιέζει για γρήγορη ένταση της χώρας στην ΕΕ, ακόμη και το 2027.
Η πορεία των διαπραγματεύσεων
Η πρόσφατη τριμερής συνάντηση στο Άμπου Ντάμπι δεν οδήγησε σε κάποιο θεαματικό αποτέλεσμα. Μοναδικός «λευκός καπνός» υπήρξε η συμφωνία για ανταλλαγή αιχμαλώτων. Το εδαφικό ζήτημα παραμένει η πλέον καυτή πατάτα, καθώς η Ρωσία επιμένει στην πλήρη παραχώρηση του Ντονμπάς.
Από διαρροές της ουκρανικής πλευράς σε διεθνή μέσα προκύπτει ένα ενδιαφέρον στοιχείο: Το ρωσικό κλιμάκιο εμφανίζεται καλύτερα προετοιμασμένο σε σχέση με προηγούμενες διαπραγματευτικές προσπάθειες, ιδιαίτερα σε επίπεδο επεξεργασίας τεχνικών ζητημάτων. Παρ’ όλα αυτά, το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει σημαντικό.
Ανησυχία προκαλούν, επίσης, πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες μέλη της αμερικανικής αντιπροσωπείας που λειτουργεί διαμεσολαβητικά φαίνεται να υποτιμούν την πολυπλοκότητα των υπό συζήτηση ζητημάτων. Ωστόσο κανείς δεν θέλει να μεταφέρει ή έστω να υπονοήσει στον Τραμπ ότι οι αντιπρόσωποί του δεν γνωρίζουν το αντικείμενο.
Πόσο απέχουμε από μία επίτευξη εκεχειρίας;
Για πολλούς παρατηρητές, η ειρήνη εξακολουθεί να φαντάζει μακρινή, ιδίως μετά τη συνέχιση των ρωσικών πληγμάτων σε ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας, τα οποία αφήνουν αμάχους να αντιμετωπίζουν θερμοκρασίες από –10 έως –20 βαθμούς Κελσίου. Επιπλέον, η Ρωσία δεν τήρησε την εβδομαδιαία παύση επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών που είχε υποσχεθεί, παραβιάζοντάς τη εντός τεσσάρων ημερών — εξέλιξη που δεν προκάλεσε την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ.
Ωστόσο, υπάρχουν αναλυτές που εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι ως προς την επίτευξη μιας εκεχειρίας. Όχι λόγω των απειλών του Αμερικανού προέδρου, αλλά επειδή, μετά το πέρας του χειμώνα, ο αντίκτυπος των ρωσικών επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές αναμένεται να μειωθεί. Άρα η Μόσχα θα χάσει έναν πολύτιμο μοχλό πίεσης. Παράλληλα, η ρωσική οικονομία δέχεται έντονες πιέσεις, με τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου να βρίσκονται, σύμφωνα με στοιχεία του Ιανουαρίου, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2020.






