Δυστυχώς, όπως και άλλοι τομείς, ο αγροτικός κλάδος στην Ελλάδα αποτελούσε για δεκαετίες πεδίο συναλλαγών πελατειακών σχέσεων. Προφανώς το πρόβλημα έχει διαχρονικό ορίζοντα και διακομματικό χαρακτήρα. Ωστόσο, καλώς ή κακώς, την τελευταία επταετία κυβερνά η Νέα Δημοκρατία. Από τις δικογραφίες δεν προκύπτει ότι οι βουλευτές και οι πρώην υπουργοί που βρίσκονται στο μικροσκόπιο των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποκόμισαν προσωπικό οικονομικό όφελος. Φέρονται όμως να συντήρησαν, με την προθυμία τους να διαμεσολαβήσουν σε αμφιλεγόμενες περιπτώσεις – είτε οι ίδιοι, είτε συνεργάτες τους – το πελατειακό κράτος, το οποίο έφερε τη χώρα το 2010 ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία και την καταστροφή.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επένδυσε, από την εποχή που ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στο προφίλ του μεταρρυθμιστή και εκσυγχρονιστή, το οποίο «τσαλακώνεται» όμως ξανά μετά τις τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο και μια σειρά άλλων υποθέσεων. Από εκεί και πέρα, η τοποθέτηση του πρώην Επιτρόπου Μαργαρίτη Σχοινά στην ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης είναι μια έξυπνη επιλογή και εξυπηρετεί την προσπάθεια διάσωσης αυτού του μεταρρυθμιστικού προφίλ. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, καθώς τα πρόσωπα δεν μπορούν από μόνα τους να φέρουν ευρύτερες αλλαγές.
Αυτή τη στιγμή το αγροτικό ταυτίζεται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις παράνομες επιδοτήσεις και τη σκανδαλολογία, ως αποτέλεσμα της πελατειακής λογικής που κυριαρχεί. Αυτό που λείπει είναι μια ευρύτερη συζήτηση για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα.
Η χώρα και οι παραγωγοί της βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, ενώ η γεωπολιτική αστάθεια και το άναρχο δασμολογικό τοπίο πιέζουν τις τιμές των προϊόντων και τα εισοδήματα των αγροτών. Παράλληλα, οι νέες εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να επιτείνουν αυτές τις πιέσεις. Για όλα αυτά τα ζητήματα δεν έχει σχεδιαστεί κανένα σοβαρό πλάνο. Στην πραγματικότητα έχει αποφευχθεί ακόμη και η απαραίτητη διαβούλευση και ανταλλαγή απόψεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία με τη Mercosur: οι διαπραγματεύσεις διαρκούσαν εδώ και δεκαετίες, η καταρχήν συμφωνία υπήρχε ήδη από τα τέλη του 2024 και στην ελληνική δημόσια σφαίρα το θέμα αναδείχθηκε… λίγο πριν την επικύρωσή της από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η ελληνική πλευρά στήριξε μεν τη συμφωνία, δεν επιχείρησε όμως ποτέ να εξηγήσει επαρκώς το σκεπτικό και τη στάση της.
Παρά τις προκλήσεις και τις γνωστές παθογένειες, ο αγροτικός κλάδος έχει δυνατότητες, όπως έχουν δηλώσει στο «R» ειδικοί επί του θέματος, όπως ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Θωμάς Μπαρτζάνας και ο πρόεδρος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Μενέλαος Γαρδικιώτης. Ωστόσο, απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση. Σε πρώτη φάση, αυτή είναι η αποσύνδεση της αγροτικής πολιτικής από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Προφανώς και υπάρχει η ανάγκη να εξεταστεί σε βάθος το σκάνδαλο και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται ένα μακροπρόθεσμο πλάνο για το πώς θα εξελιχθούν η γεωργία και η κτηνοτροφία στα νέα κλιματικά δεδομένα, πώς θα ενταχθούν οι νέες τεχνολογίες και πώς θα διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του κλάδου σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Αυτό μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από στοχευμένα μέτρα ενίσχυσης τοπικού χαρακτήρα και ουσιαστικό διάλογο μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων, από τους παραγωγούς, τα πανεπιστήμια και τα επιμελητήρια μέχρι την αυτοδιοίκηση και την κεντρική πολιτική σκηνή. Απαιτείται επίσης ένα στρατηγικό σχέδιο που θα στηρίζεται από τους αρμόδιους φορείς και θα έχει, ιδανικά, διασφαλισμένη μια διακομματική αποδοχή στις βασικές κατευθυντήριες γραμμές, ώστε να υλοποιηθεί ομαλά.
Η επιτυχία του νέου Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης θα εξαρτηθεί, συνεπώς, από το κατά πόσο θα μπορέσει να συμβάλει σε αυτόν τον σχεδιασμό. Σε αυτή την αποστολή θα χρειαστεί να υπερβεί εμπόδια από το εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, όπου, αντί για αυτοκριτική αναφορικά με τη διαιώνιση των πελατειακών δικτυών επιχειρείται η υποβάθμιση της έκτασης του σκανδάλου και, εν τέλει, η έμμεση νομιμοποίησή των ρουσφετολογικών πρακτικών.
Σε περίπτωση, λοιπόν, που ο κ. Σχοινάς δεν επιδείξει το απαιτούμενο πολιτικό θάρρος και αποτύχει, εδώ θα είμαστε, να ανακυκλώνουμε αναλύσεις για τις ίδιες παθογένειες.






