Στο περιθώριο του 2ου ESG Summit της ICAP CRIF, ο Καθηγητής, Αντιπρύτανης Έρευνας, Οικονομικών και Ανάπτυξης στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Θωμάς Μπαρτζάνας, σκιαγραφεί μια πραγματικότητα γεμάτη αντιφάσεις: πρόοδος σε επιμέρους τομείς, αλλά καθυστερήσεις στον πυρήνα του προβλήματος, με την πράσινη μετάβαση να επιβραδύνεται υπό το βάρος κοινωνικών και οικονομικών πιέσεων.
Μιλώντας στο Reporter.gr, τονίζει ότι «ο πραγματικός μετασχηματισμός απέχει ακόμη», επισημαίνοντας πως «ο πυρήνας του προβλήματος, δηλαδή οι αγροτικές εκπομπές μεθανίου και υποξειδίου του αζώτου, δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά». Για την ελληνική πραγματικότητα υπογραμμίζει ότι «η βιωσιμότητα αποτελεί μια σύνθετη εξίσωση, όπου περιβαλλοντικές πιέσεις και οικονομικές αντοχές συχνά συγκρούονται», σημειώνοντας παράλληλα πως «η κλιματική αλλαγή καθιστά τα αγροτικά συστήματα πιο ευάλωτα και πλήττει ήδη την παραγωγή». Για τους μικρούς παραγωγούς ξεκαθαρίζει ότι «η μετάβαση μπορεί να ξεκινήσει χωρίς μεγάλα κεφάλαια, μέσα από καλύτερη διαχείριση», ενώ αναδεικνύει και τον ρόλο της καινοτομίας, επισημαίνοντας πως «πολλές από τις τεχνολογίες που μπορούν να κάνουν τη διαφορά είναι ήδη διαθέσιμες και εφαρμόζονται».
Ακολουθεί η συνέντευξη του κ. Μπαρτζάνα στο «R»
Στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία του 2019 υιοθετήθηκαν αυστηροί στόχοι για την μείωση των εκπομπών αερίων σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα. 6,5 χρόνια μετά που βρισκόμαστε;
«Έξιμισι χρόνια μετά την έναρξη της Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και της στρατηγικής Farm to Fork, η εικόνα στην αγροδιατροφική αλυσίδα είναι αντιφατική: η μετάβαση έχει ξεκινήσει, αλλά ο πραγματικός μετασχηματισμός απέχει. Η ΕΕ κατάφερε να ενσωματώσει τη βιωσιμότητα στην αγροτική πολιτική, να κατευθύνει επενδύσεις σε «πράσινες» πρακτικές και να βελτιώσει την παρακολούθηση της αλυσίδας.
Ωστόσο, οι βασικοί ποσοτικοί στόχοι για το 2030 (π.χ. μείωση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων) παραμένουν εκτός αρχικού στόχου, ενώ σημαντικά νομοθετικά εργαλεία είτε καθυστέρησαν είτε αποδυναμώθηκαν υπό την πίεση κοινωνικών και πολιτικών αντιδράσεων. Σε επίπεδο εκπομπών, η πρόοδος είναι άνιση. Σε στάδια της αγροδιατροφικής αλυσίδας όπως η ενέργεια, η μεταποίηση, και η εφοδιαστική αλυσίδα παρατηρούνται μειώσεις λόγω της βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας και την αύξηση χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργεια, ενώ περιορισμένη αλλά υπαρκτή πρόοδος καταγράφεται και στη μείωση της σπατάλης τροφίμων.
Αντίθετα, στον πρωτογενή τομέα, όπως και καταγράφονται τα μεγαλύτερα ποσοστά εκπομπών οι εκπομπές παραμένουν στάσιμες ή μειώνονται πολύ αργά, καθώς πρόκειται για τις πιο δύσκολες τεχνικά και οικονομικά παρεμβάσεις. Έτσι, ο πυρήνας του προβλήματος, δηλαδή οι αγροτικές εκπομπές μεθανίου και υποξειδίου του αζώτου, δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.
Τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφεται και μια σαφής πολιτική αναδίπλωση: μετά τις αντιδράσεις των αγροτών και την πίεση για χαμηλές τιμές τροφίμων, η ΕΕ μετατοπίζεται από αυστηρούς στόχους σε πιο «ρεαλιστική» προσέγγιση. Το αποτέλεσμα είναι μια μετάβαση που συνεχίζεται, αλλά με πιο αργό και προσεκτικό βηματισμό. Η Πράσινη Συμφωνία δεν έχει εγκαταλειφθεί, όμως, από φιλόδοξο σχέδιο ριζικής αλλαγής εξελίσσεται σε μια σταδιακή προσαρμογή, όπου η ισορροπία μεταξύ περιβάλλοντος, εισοδήματος».
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη βιωσιμότητα του ελληνικού αγροδιατροφικού και κτηνοτροφικού κλάδου;
«Η βιωσιμότητα του ελληνικού αγροδιατροφικού κλάδου αποτελεί σήμερα μια σύνθετη εξίσωση, όπου περιβαλλοντικές πιέσεις και οικονομικές αντοχές συχνά συγκρούονται. Υπό το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, οι παραγωγοί καλούνται να μειώσουν εκπομπές και να προστατεύσουν φυσικούς πόρους, την ώρα που η κλιματική αλλαγή, με την αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ακραίων καιρικών, καθιστά τα αγροτικά συστήματα πιο ευάλωτα, ειδικά στις μεσογειακές χώρες όπως η Ελλάδα και πλήττει ήδη την παραγωγή. Ιδιαίτερα στην κτηνοτροφία, όπου οι εκπομπές μεθανίου και η εξάρτηση από ζωοτροφές παραμένουν υψηλές, οι λύσεις είναι τεχνικά δύσκολες και οικονομικά απαιτητικές.
Την ίδια στιγμή, τα δομικά προβλήματα του κλάδου επιβαρύνουν τη μετάβαση: μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, περιορισμένη υιοθέτηση καινοτομίας και αδύναμη συλλογική οργάνωση περιορίζουν τις επενδύσεις και δυσχεραίνουν τη μετάβαση. Το υψηλό κόστος ενέργειας και εισροών, σε συνδυασμό με τη χαμηλή διαπραγματευτική δύναμη των παραγωγών, καθιστούν τις «πράσινες» πρακτικές συχνά οικονομικά δυσβάστακτες. Παράλληλα, μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας μεταφέρεται εκτός πρωτογενούς τομέα, αφήνοντας τους παραγωγούς με περιορισμένα περιθώρια κέρδους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο μοντέλο δεν εξαρτάται μόνο από περιβαλλοντικές πολιτικές, αλλά από τη συνολική αναδιάρθρωση του κλάδου. Η ισορροπία μεταξύ προστασίας του περιβάλλοντος, διασφάλισης εισοδήματος και συγκράτησης των τιμών τροφίμων παραμένει το βασικό στοίχημα. Χωρίς ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της θέσης των παραγωγών στην αλυσίδα αξίας, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη μία πίεση αντί για ευκαιρία.
Συνεπώς, η κεντρική πρόκληση είναι ο συνολικός μετασχηματισμός του αγροδιατροφικού μοντέλου προς πιο βιώσιμα, ανθεκτικά και αποδοτικά συστήματα, που θα προστατεύουν τους φυσικούς πόρους, θα αξιοποιούν την τεχνολογία και θα διασφαλίζουν ταυτόχρονα την παραγωγικότητα και την επισιτιστική ασφάλεια».
Πώς μπορούν οι μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις να υιοθετήσουν πρακτικές βιωσιμότητας χωρίς υψηλό κόστος;
«Σε μια περίοδο όπου η βιωσιμότητα συχνά παρουσιάζεται ως δαπανηρή υποχρέωση, για τις μικρές και μεσαίες αγροτικές εκμεταλλεύσεις η πραγματικότητα είναι πιο πρακτική: η μετάβαση μπορεί να ξεκινήσει χωρίς μεγάλα κεφάλαια, μέσα από καλύτερη διαχείριση, μέσα από ένα διαφορετικό μοντέλο αγροτικής παραγωγής.
Είναι πλέον προφανές πως το παραδοσιακό μοντέλο αγροτικής παραγωγής εστιασμένο στην αύξηση της παραγωγής ποσοτικά με υπερεκμετάλλευση των πόρων και αλόγιστη χρήση εισροών είναι ένα μοντέλο μη βιώσιμο και προφανώς ένα παραγωγικό μοντέλο με σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Το σύγχρονο μοντέλο αγροτικής παραγωγής δεν επιτάσσει, πλέον, μεγιστοποίηση τις παραγωγής αλλά μεγιστοποίηση του κέρδους με ορθολογική χρήση όλων των εισροών (νερό, ενέργεια, χημικά) και βελτιστοποίηση χρήσης σε όλα τα στάδια της παραγωγικής αλυσίδας. Πρακτικές όπως η στοχευμένη λίπανση, η ορθολογική χρήση φυτοφαρμάκων και η εξοικονόμηση νερού μειώνουν ταυτόχρονα το κόστος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Δεν απαιτούνται απαραίτητα «έξυπνα» μηχανήματα ή ακριβές επενδύσεις, αλλά γνώση, παρακολούθηση και μικρές αλλαγές στην καθημερινή πρακτική.
Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης η συνεργασία. Σε έναν κλάδο που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, η κοινή χρήση εξοπλισμού, οι συλλογικές αγορές εισροών και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας μπορούν να μειώσουν σημαντικά το κόστος. Παράλληλα, απλά ψηφιακά εργαλεία, ακόμη και μέσω κινητού, επιτρέπουν καλύτερες αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο, χωρίς την ανάγκη μεγάλων επενδύσεων σε τεχνολογία.
Τελικά, η βιωσιμότητα για τον μικρό παραγωγό δεν είναι ζήτημα τεχνολογικής υπέρβασης, αλλά στρατηγικής προσαρμογής. Η ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας, μέσα από τη βελτιστοποίηση χρήσης των εισροών, από ποιότητα, τοπικότητα και πιο άμεση σύνδεση με την αγορά, μπορεί να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από την αύξηση της παραγωγής. Σε αυτή τη μετάβαση, το ζητούμενο δεν είναι να επενδύσει κανείς περισσότερα, αλλά να αξιοποιήσει καλύτερα όσα ήδη διαθέτει».
Ποιες τεχνολογίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν άμεσα για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του κλάδου; Υπάρχουν κάποια παραδείγματα που τα βλέπουμε ήδη στην πράξη;
«Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα στον αγροδιατροφικό τομέα συχνά συνοδεύεται από την εντύπωση ότι απαιτούνται μεγάλες και δαπανηρές επενδύσεις. Στην πράξη, όμως, πολλές από τις τεχνολογίες που μπορούν να κάνουν τη διαφορά είναι ήδη διαθέσιμες και εφαρμόζονται, ακόμη και στην Ελλάδα.
Για να μπορέσει ο κλάδος να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακής μετάβασης, είναι απαραίτητη η αξιοποίηση της καινοτομίας ως βασικού μοχλού ανάπτυξης. Η ψηφιοποίηση αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης αγροδιατροφικής καινοτομίας. Η ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνολογιών όπως οι αισθητήρες, τα drones, τα συστήματα γεωργίας ακριβείας και η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπουν τη βελτιστοποίηση της χρήσης νερού, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, μειώνοντας το κόστος και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η «έξυπνη γεωργία» (smart farming) προσφέρει στους παραγωγούς τη δυνατότητα να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο την κατάσταση των καλλιεργειών και να λαμβάνουν αποφάσεις βασισμένες σε δεδομένα (data-driven agriculture), κάτι που οδηγεί σε την αποδοτικότερη χρήση των πόρων και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Αντίστοιχα, στην κτηνοτροφία, η χρήση αισθητήρων για την παρακολούθηση της υγείας και της διατροφής των ζώων οδηγεί σε καλύτερες αποδόσεις με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, ενώ οι μονάδες βιοαερίου δίνουν λύση στη διαχείριση αποβλήτων, μετατρέποντάς τα σε ενέργεια. Μέσω της χρήσης ψηφιακών εργαλείων, όπως πλατφόρμες δεδομένων, εφαρμογές ιχνηλασιμότητας και τεχνολογίες blockchain, επιτυγχάνεται διαφάνεια στην αλυσίδα αξίας και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και του κύρους των παραγωγών.
Η καινοτομία, δεν σημαίνει απαραίτητα «εκβιομηχάνιση» της γεωργίας, αλλά έξυπνη χρήση της γνώσης και των φυσικών πόρων για να επιτευχθεί οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ισορροπία. Για την Ελλάδα, η επένδυση στην καινοτομία και την ψηφιακή μετάβαση της γεωργίας μπορεί να αποτελέσει στρατηγική επιλογή για την αναζωογόνηση της υπαίθρου και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της».





