Το νέο πακέτο αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης του Υπουργικού Συμβουλίου, με τον πρωθυπουργό να έχει ήδη προαναγγείλει δύο βασικές κινήσεις: την παράταση της στήριξης στο πετρέλαιο κίνησης για τον Οκτώβριο και μια σημαντική παρέμβαση στο πετρέλαιο θέρμανσης ενόψει της έναρξης της διάθεσής του στις 15 Οκτωβρίου.
Το ζητούμενο πλέον είναι η ισορροπία. Από τη μία πλευρά, η άνοδος των διεθνών τιμών δημιουργεί ανάγκη για άμεση ανακούφιση. Από την άλλη, κάθε πρόσθετη επιδότηση έχει δημοσιονομικό κόστος και περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, καθώς η κυβέρνηση έχει ήδη διαθέσει σημαντικούς πόρους για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.
Το ντίζελ στην πρώτη γραμμή
Η πρώτη παρέμβαση αφορά το πετρέλαιο κίνησης. Η υφιστάμενη επιδότηση διαμορφώθηκε στα 10 λεπτά το λίτρο για τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, με συνολικό δημοσιονομικό κόστος από την έναρξη του μέτρου τον Απρίλιο να έχει φτάσει τα 211 εκατ. ευρώ.
Η ανάγκη για νέα στήριξη αποτυπώνεται και στις τιμές της αγοράς. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Τιμών Υγρών Καυσίμων, στις 28 Σεπτεμβρίου η μέση τιμή του ντίζελ κίνησης διαμορφωνόταν στα 2,216 ευρώ το λίτρο. Ετσι, με βάση πληροφορίες, η επιδότηση θα κινηθεί, για τον πρώτο 15νθήμερο του Οκτωβρίου, αναμένεται να διαμορφωθεί με αφετηρία τα 20 λεπτά, με τα 5 να προέρχονται από τα διυλιστήρια. Μένει, βέβαια, να επιβεβαιωθεί. Σε σχέση με την αμόλυβδη εκτιμάται ότι θα υπάρξει "ανάχωμα" 10 λεπτών από την πλευρά των εταιριών διύλισης.
Το ντίζελ, άλλωστε, δεν αφορά μόνο τον ιδιώτη οδηγό. Αποτελεί βασικό κόστος για τις οδικές μεταφορές, τους επαγγελματίες, τους αγρότες και τις επιχειρήσεις που μεταφέρουν προϊόντα. Επομένως, μια παρέμβαση στην αντλία λειτουργεί όχι μόνο ως άμεση ελάφρυνση για τον καταναλωτή, αλλά και ως προσπάθεια περιορισμού της μετακύλισης του ενεργειακού κόστους στην υπόλοιπη οικονομία.
Η ίδια η κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει τα μέτρα για τα καύσιμα προσωρινά και στοχευμένα, ενώ η μέχρι σήμερα παρέμβαση στο ντίζελ αποτελεί ήδη σημαντική δημοσιονομική δαπάνη.
Η μεγάλη εξίσωση του πετρελαίου θέρμανσης
Το μεγαλύτερο στοίχημα, ωστόσο, βρίσκεται στο πετρέλαιο θέρμανσης. Ο πρωθυπουργός έχει προαναγγείλει ότι χωρίς νέα παρέμβαση η τιμή εκκίνησης στις 15 Οκτωβρίου θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο, επίπεδο που η κυβέρνηση θεωρεί μη αποδεκτό. Παράλληλα, έχει θέσει ως σημείο αναφοράς την περσινή τιμή κλεισίματος, περίπου στα 1,75 ευρώ το λίτρο.
Η τελική τιμή στην αντλία δεν εξαρτάται, βέβαια, από έναν μόνο παράγοντα. Διαμορφώνεται από τη διεθνή τιμή του προϊόντος, την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, τη φορολογία, τα περιθώρια της αγοράς και, στην περίπτωση της νέας παρέμβασης, από τη συμμετοχή του Δημοσίου και των διυλιστηρίων.
Σημαντική είναι και η φορολογική παράμετρος. Από τις 15 Οκτωβρίου ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης ανέρχεται στα 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, έναντι 410 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης.
Η κυβέρνηση έχει ήδη προαναγγείλει ότι στην προσπάθεια συγκράτησης της τιμής θα υπάρξει και συμμετοχή των διυλιστηρίων. Ο πρωθυπουργός έχει μάλιστα συνδέσει την επιλογή αυτή με την επιδίωξη να περάσει μεγαλύτερο μέρος της στήριξης απευθείας στην τιμή της αντλίας.
Δύο διαφορετικές ενισχύσεις, δύο διαφορετικές δεξαμενές δικαιούχων
Η παρέμβαση στο πετρέλαιο θέρμανσης δεν θα πρέπει να συγχέεται με το επίδομα θέρμανσης. Πρόκειται για δύο διαφορετικά εργαλεία.Η επιδότηση στην αντλία μειώνει οριζόντια την τιμή του πετρελαίου για όσους το αγοράζουν. Το επίδομα θέρμανσης, αντίθετα, λειτουργεί με εισοδηματικά, περιουσιακά και άλλα κριτήρια και αφορά περισσότερες μορφές θέρμανσης.
Η υφιστάμενη πολιτική επιδόματος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πετρέλαιο θέρμανσης, φυσικό αέριο, υγραέριο, καυσόξυλα, βιομάζα και ηλεκτρική ενέργεια. Κατά την προηγούμενη περίοδο, το επίδομα καταβλήθηκε σε 868.466 δικαιούχους.
Αυτό δημιουργεί μια κρίσιμη παράμετρο στον σχεδιασμό της νέας παρέμβασης: η ενίσχυση στην αντλία αφορά μόνο όσους χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης, ενώ η αύξηση του επιδόματος μπορεί να λειτουργήσει ως το δεύτερο, πιο στοχευμένο ανάχωμα για τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα θέρμανσης.
Η τέταρτη μεταβλητή: Τα διυλιστήρια
Στην εξίσωση μπαίνει πλέον και η συμμετοχή της αγοράς. Η κυβέρνηση έχει αφήσει σαφές ότι επιδιώκει να υπάρξει συνεισφορά των διυλιστηρίων στη συγκράτηση της τιμής, ώστε να περιοριστεί η ανάγκη για πρόσθετη κρατική δαπάνη.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η διεθνής αγορά πετρελαίου παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το νέο ενεργειακό σοκ έχει αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ εκτιμά ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα και ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να σχεδιάζονται με τρόπο που να μην τροφοδοτεί περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Το ευρωπαϊκό «ταβάνι»
Εδώ βρίσκεται και η δυσκολότερη πλευρά της εξίσωσης. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν αποκλείουν τις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του ενεργειακού σοκ. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρουσιάσει εργαλεία για τη στήριξη καταναλωτών και επιχειρήσεων, αλλά επιμένει στην ανάγκη τα μέτρα να είναι προσωρινά και στοχευμένα.
Στο ίδιο πνεύμα, η ΕΚΤ σημειώνει ότι ο δημοσιονομικός χώρος είναι σήμερα πιο περιορισμένος και ότι υπάρχει μικρό περιθώριο για μέτρα στήριξης που θα αυτοχρηματοδοτούνται. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η δημοσιονομική στήριξη πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες των πλέον ευάλωτων.
Ακόμη πιο αυστηρή είναι η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το οποίο έχει προειδοποιήσει έναντι της διεύρυνσης των εξαιρέσεων από τους δημοσιονομικούς κανόνες και έχει υπογραμμίσει την ανάγκη τα μέτρα για το ενεργειακό σοκ να είναι προσωρινά, στοχευμένα και δημοσιονομικά αντισταθμισμένα.
Για την Αθήνα, συνεπώς, η πρόκληση δεν είναι μόνο να βρεθεί το ποσό της επιδότησης. Είναι να σχεδιαστεί ένα μέτρο που θα μπορεί να δικαιολογηθεί ως έκτακτη και προσωρινή απάντηση σε ένα έκτακτο ενεργειακό σοκ.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης
Το πρόβλημα, άλλωστε, ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα. Στην άτυπη σύνοδο των υπουργών Ενέργειας στο Δουβλίνο, ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν υπογράμμισε ότι οι τιμές παραμένουν ιδιαίτερα ασταθείς εξαιτίας της γεωπολιτικής κατάστασης και προειδοποίησε ότι το σημερινό επίπεδο τιμών δεν πρέπει να καταστεί η νέα κανονικότητα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να συνδυάσει τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων με πιο μόνιμες αλλαγές στην ενεργειακή ασφάλεια, την εξοικονόμηση, τις διασυνδέσεις και την ηλεκτροποίηση της οικονομίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η παρέμβαση της ελληνικής πλευράς για την ανάγκη επανεξέτασης της ευρωπαϊκής στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας. Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος έχει θέσει στο επίκεντρο ζητήματα όπως η δυναμικότητα διύλισης, η επάρκεια αποθεμάτων και η ανάγκη για περισσότερα stress tests στην αγορά ενέργειας.
Το κρίσιμο ερώτημα: πόσο και για πόσο;
Έτσι, η σημερινή απόφαση δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος της επιδότησης.Το κρίσιμο είναι ο συνδυασμός τεσσάρων παραμέτρων: πόσο θα μειωθεί η τιμή στην αντλία, πόσο θα κοστίσει στον Προϋπολογισμό, πόσο θα συνεισφέρει η αγορά και για πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνει σε ισχύ το μέτρο.





