Η γεωπολιτική και πολιτική αβεβαιότητα έχουν αυξηθεί απότομα από ήδη υψηλά επίπεδα από την προηγούμενη έκδοση της Επισκόπησης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Τη στιγμή που οι αβεβαιότητες που απορρέουν από πολιτικούς κινδύνους εντός των χωρών της ζώνης του ευρώ φαίνεται να υποχωρούν, εξωτερικές πηγές αβεβαιότητας – κυρίως εκείνες που σχετίζονται με την απρόβλεπτη φύση μιας ευρείας γκάμας πολιτικών των ΗΠΑ – έχουν εκτιναχθεί.
Έλλειψη σαφήνειας επικρατεί σε πολλούς σημαντικούς τομείς οικονομικής πολιτικής, όπως είναι το εμπόριο, η κανονιστική ρύθμιση, η δημοσιονομική πολιτική, καθώς και ο βαθμός δέσμευσης της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ στη διεθνή συνεργασία. Παρόλο που είναι δύσκολο να προβλεφθούν οι μεσοπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των επιπέδων αβεβαιότητας, ενέχουν γενικευμένο κίνδυνο γεωοικονομικού κατακερματισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα όλο και συχνότερων και πιο επιβλαβών ακραίων αρνητικών γεγονότων.
Παρότι οι ανακοινώσεις εμπορικών συμφωνιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και ορισμένων εμπορικών εταίρων δείχνουν προς μια εκτόνωση των εντάσεων, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες ότι αυτές οι εντάσεις θα μπορούσαν να κλιμακωθούν σε εμπορικό πόλεμο, με πιθανές σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων.
Καθώς η ζώνη του ευρώ αποτελεί μια πολύ ανοιχτή οικονομία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, οι ευπάθειες απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους είναι ιδιαίτερα έντονες. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει εκτεταμένες συνέπειες για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στο μεταξύ, οι μη τραπεζικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί της ζώνης του ευρώ παρέμειναν ανθεκτικοί, με ενδείξεις στροφής στις ροές κεφαλαίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τη ζώνη του ευρώ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τρεις βασικές πηγές κινδύνου και ευπάθειας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ ξεχωρίζουν:
1ον. Οι προσαρμογές τιμών σε υπερεκτιμημένες και συγκεντρωμένες αγορές περιουσιακών στοιχείων κινδυνεύουν να γίνουν αποδιοργανωτικές, ειδικά αν η μειωμένη ρευστότητα και τα υψηλά επίπεδα μόχλευσης σε τμήματα του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα εντείνουν τις διακυμάνσεις των τιμών.
2ον. Η αύξηση των εμπορικών εντάσεων μπορεί να επηρεάσει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της ζώνης του ευρώ τόσο άμεσα, λόγω της έκθεσης σε δραστηριότητες ευαίσθητες στους δασμούς, όσο και έμμεσα, μέσω επιπτώσεων στην εμπιστοσύνη, που θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε πιστωτικούς κινδύνους για τράπεζες και μη τραπεζικά ιδρύματα.
3ον. Ένας συνδυασμός ασθενέστερης ανάπτυξης, αυξημένων αμυντικών δαπανών και άλλων διαρθρωτικών προκλήσεων ενδέχεται να επιδεινώσει τις ήδη πιεσμένες δημοσιονομικές θέσεις ορισμένων κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ.
Μάλιστα, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η πιθανότητα τα παραπάνω να εκδηλωθούν ταυτόχρονα, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σύμφωνα με το σημείωμα του αντιπροέδρου της ΕΚΤ Λουίς Ντε Γκουιντό: «Όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ένα νέο πακέτο δασμών τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, προκάλεσε άνοδο της μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, δοκιμάζοντας τις ήδη υψηλές αποτιμήσεις των αγορών. Παρόλο που οι προσδοκίες για τα επίπεδα των δασμών έχουν από τότε μετριαστεί κάπως, οι επιπτώσεις του αρχικού σοκ εξακολουθούν να γίνονται αισθητές και οι κίνδυνοι επιβράδυνσης της οικονομίας έχουν αυξηθεί σημαντικά. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές παγκοσμίως υπέστησαν απότομες απώλειες στις αρχές Απριλίου και οι χρηματοοικονομικές συνθήκες επιδεινώθηκαν σημαντικά. Παρόλο που τα επισφαλή περιουσιακά στοιχεία έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν μετά την ανακοίνωση προσωρινών παύσεων στην εφαρμογή δασμών, οι αγορές παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητες σε ειδήσεις που αφορούν τις παγκόσμιες εμπορικές σχέσεις».
Στην συνέχεια αναφερόμενος στη ζώνη του ευρώ αναφέρει: «Η ζώνη του ευρώ είναι μια ανοιχτή οικονομία, με επιχειρήσεις που είναι έντονα ενσωματωμένες στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι εμπορικές εντάσεις θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στα έσοδα και τα κόστη των εταιρειών που εξαρτώνται από το εξωτερικό εμπόριο. Επιπλέον, οι αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη είναι πιθανό να οδηγήσουν τους συμμετέχοντες στην αγορά σε πιο επιφυλακτική στάση, επηρεάζοντας ακόμη και κλάδους που δεν εκτίθενται άμεσα στους δασμούς. Αυτό μπορεί να δυσκολέψει τη διαχείριση πιστωτικού κινδύνου από τους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές της ζώνης του ευρώ. Αν η οικονομική ανάπτυξη αποδειχθεί χαμηλότερη των προσδοκιών, ενδέχεται να αυξηθούν οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, τα οποία ήδη επιβαρύνονται από αυξημένες ανάγκες για αμυντικές δαπάνες».






