Το κόστος δανεισμού της χώρας έχει πλέον ξεπεράσει εκείνο της Ελλάδας και της Ιταλίας, ενώ το δημοσιονομικό της έλλειμμα είναι από τα υψηλότερα μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού ομολόγου πλησιάζει το 5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, προκαλώντας ανησυχία στις αγορές. Παράλληλα, περισσότερα από 1 τρισ. δολάρια γαλλικού χρέους πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν έως το 2030, ενώ μόνο το επόμενο έτος το Δημόσιο αναμένεται να εκδώσει χρέος ύψους περίπου 380 δισ. δολαρίων.
Σύμφωνα με ανάλυση της Wall Street Journal, η κατάσταση επιβαρύνεται από την υποχώρηση παραδοσιακών αγοραστών γαλλικών ομολόγων. Η γαλλική κεντρική τράπεζα δεν αγοράζει πλέον κρατικό χρέος, ενώ επενδυτές όπως οι ιαπωνικές εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων έχουν περιορίσει την έκθεσή τους. Την ίδια στιγμή, η εξυπηρέτηση του χρέους αναμένεται να αυξηθεί κατά 59% έως το 2030, ενώ το δημόσιο χρέος έχει ήδη φτάσει σχεδόν στο 120% του ΑΕΠ.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η χρόνια αδυναμία του πολιτικού συστήματος να περιορίσει τις δαπάνες. Η Γαλλία δεν έχει ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της από το 1974, ενώ τα τελευταία χρόνια διαδοχικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν κάθε νέα κρίση με πρόσθετες κρατικές ενισχύσεις.
Ο Εμανουέλ Μακρόν εξελέγη υποσχόμενος οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Μείωσε τη φορολογία των επιχειρήσεων και χαλάρωσε τους κανόνες στην αγορά εργασίας, όμως στη συνέχεια κατέφυγε σε εκτεταμένες δαπάνες για την αντιμετώπιση των «κίτρινων γιλέκων», της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η πολιτική αυτή συνοψίστηκε στο σύνθημα «ό,τι κι αν κοστίσει».
Πολλά από τα μέτρα που αρχικά θεωρήθηκαν προσωρινά εξελίχθηκαν σε μόνιμη δημοσιονομική επιβάρυνση. Επιδοτήσεις μισθών, φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις για την συγκράτηση των τιμών ενέργειας συνέχισαν να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό ακόμη και μετά την υποχώρηση των έκτακτων συνθηκών.
Όταν το 2023 άρχισαν να αποκαλύπτονται οι πραγματικές δημοσιονομικές αποκλίσεις, το υπουργείο Οικονομικών διαπίστωσε ότι τα φορολογικά έσοδα ήταν πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις. Εσωτερικά έγγραφα προειδοποιούσαν για σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος, όμως η πολιτική ηγεσία δίστασε να προχωρήσει σε βαθιές περικοπές, φοβούμενη τις αντιδράσεις του Κοινοβουλίου και των ψηφοφόρων.
Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης από τον Μακρόν μετά τις ευρωεκλογές του 2024 επιδείνωσε την κατάσταση. Οι πρόωρες εκλογές δεν έδωσαν κυβερνητική πλειοψηφία και το Κοινοβούλιο χωρίστηκε σε τρία μεγάλα πολιτικά μπλοκ, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη την εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο. Το γαλλικό έλλειμμα παραμένει πάνω από το 5% του ΑΕΠ, ενώ, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που παραγγέλθηκε από το υπουργείο Οικονομικών, θα μπορούσε να φτάσει το 6,8% έως το 2030. Χωρίς δραστικές περικοπές, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αγγίξει το 200% του ΑΕΠ έως το 2050.
Η κρίση δεν έχει ακόμη λάβει τις διαστάσεις μιας νέας ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει πλέον περισσότερα εργαλεία για να περιορίσει τις αναταράξεις. Όμως οι αγορές προειδοποιούν ότι ο χρόνος λιγοστεύει. Με το κόστος του χρέους να αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομία, η Γαλλία κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν «χιονοστιβάδα» χρέους.
Το επερχόμενο προεδρικό σκηνικό αποτελεί τον μεγάλο άγνωστο. Επενδυτές φοβούνται ότι τόσο η Ακροδεξιά όσο και η Αριστερά προτείνουν νέες αυξήσεις δαπανών αντί για δημοσιονομική εξυγίανση. Η πίεση των αγορών ίσως τελικά λειτουργήσει ως καταλύτης για αλλαγή πορείας. Όπως σχολίασε Γάλλος κεντρώος βουλευτής, η χώρα χρειάζεται «θεραπεία-σοκ».








