Όπως μας υπενθυμίζει η Tagesschau, ήδη από τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει ότι έχει καταλήξει σε μια ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία. Τότε είχε δηλώσει ότι η συμφωνία προβλέπει πως η χερσόνησος της Κριμαίας, την οποία έχει προσαρτήσει η Ρωσία, θα ανήκει στη Ρωσία.
«Μια απόφαση μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ ερήμην της Ουκρανίας είναι νομικά αδιανόητη, όσο κι αν ενδέχεται πολιτικά να φαντάζει όλο και πιο πιθανή», λέει ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μπόχουμ, Πιέρ Τίελμπεργκερ. Χωρίς τη συγκατάθεση της Ουκρανίας, μια τέτοια ειρηνευτική συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Το σύγχρονο διεθνές δίκαιο βασίζεται στην «κυρίαρχη ισότητα όλων των κρατών». Δύο κράτη δεν μπορούν απλώς να συνάψουν συμφωνίες εις βάρος ενός τρίτου.
Μια συμφωνία για την παραχώρηση εδαφών της Ουκρανίας χωρίς τη συγκατάθεσή της παραβιάζει ξεκάθαρα την εδαφική κυριαρχία της χώρας, τονίζει ο Τίελμπεργκερ. Επιπλέον, μια τέτοια συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ θα παραβίαζε «πιθανώς και την αρχή της απαγόρευσης χρήσης βίας» και θα ήταν ως εκ τούτου παράνομη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Τα κατεχόμενα εδάφη ανήκουν νομικά στην Ουκρανία
Η χερσόνησος της Κριμαίας και οι τέσσερις διοικητικές περιφέρειες Λουγκάνσκ, Ντονέτσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα ανήκουν νομικά στην Ουκρανία. Το γεγονός ότι η Ρωσία ασκεί de facto έλεγχο σε αυτές τις περιοχές -ή τουλάχιστον σε τμήματά τους- και τις έχει προσαρτήσει, δεν αλλάζει αυτή τη νομική πραγματικότητα.
Το 2014 στην Κριμαία και το 2022 στην ανατολική και νότια Ουκρανία πραγματοποιήθηκαν δημοψηφίσματα για την ένταξη των κατεχόμενων περιοχών στη Ρωσία. Ωστόσο, οι ειδικοί του διεθνούς δικαίου θεωρούν τα δημοψηφίσματα αυτά ως εικονικά.
«Πρέπει, για παράδειγμα, να διασφαλιστεί ότι οι ψηφοφόροι μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς εξαναγκασμό και φόβο», λέει ο Τίελμπεργκερ. Αυτό δεν συνέβαινε το 2014 κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης ρωσικής κατοχής της Κριμαίας. Τα δημοψηφίσματα στην ανατολική και νότια Ουκρανία διεξήχθησαν τον Σεπτέμβριο του 2022 υπό τις συνθήκες του ρωσικού επιθετικού πολέμου και της ρωσικής κατοχής.
Τα προηγούμενα δημοψηφίσματα δεν ήταν ευθυγραμμισμένα με το διεθνές δίκαιο
Μόλις τον Ιούλιο του 2025, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στο Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η Ρωσία είχε εγκαθιδρύσει ήδη από την περίοδο 2014-2022 ένα «σύστημα παραβιάσεων» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις κατεχόμενες περιοχές. Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΑΔ, σε αυτές περιλαμβάνονταν αυθαίρετες στρατιωτικές επιθέσεις, εκτελέσεις αμάχων και Ουκρανών στρατιωτών, βασανιστήρια και εκτοπίσεις, αλλά και η «καταπίεση της ουκρανικής γλώσσας στα σχολεία».
Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα δημοψηφίσματα ήταν νόμιμα. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι τα δημοψηφίσματα στην Κριμαία και στην ανατολική και νότια Ουκρανία ήταν παράνομα. Δεν αλλάζουν το γεγονός ότι αυτές οι περιοχές ανήκουν στην Ουκρανία.
Ο καθηγητής Τίελμπεργκερ υπενθυμίζει επίσης ότι το 2003 υπογράφηκε μια διεθνής συνθήκη μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, στην οποία η Ρωσία αναγνώρισε την Κριμαία ως τμήμα της Ουκρανίας. Το 1997 τα δύο κράτη είχαν επιπλέον δεσμευτεί να σέβονται αμοιβαία τα σύνορά τους.
Η Ρωσία επικαλείται το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση
Από ρωσικής πλευράς προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι στην Κριμαία και στις περιοχές της ανατολικής και νότιας Ουκρανίας ήθελαν να αποχωρήσουν από την Ουκρανία – κάτι που, κατά τη Ρωσία, κατοχυρώνεται από μια βασική αρχή του διεθνούς δικαίου: το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση.
Το διεθνές δίκαιο, όμως, είναι πολύ επιφυλακτικό στο ερώτημα κατά πόσο αυτό το δικαίωμα δίνει σε έναν λαό και το δικαίωμα να αποσχιστεί έγκυρα από το μητρικό κράτος, εξηγεί ο Τίελμπεργκερ.
Κατ’ αρχάς, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση επιτρέπει στους λαούς να καθορίζουν ελεύθερα την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική τους ανάπτυξη. Εμφανίστηκε ήδη τον 19ο αιώνα και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τις αποαποικιοποιήσεις. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό πρέπει πάντα να σταθμίζεται έναντι μιας άλλης βασικής αρχής του διεθνούς δικαίου: της κρατικής κυριαρχίας επί του εδάφους. Τα δύο αυτά δικαιώματα μπορούν να συγκρουστούν όταν μια πληθυσμιακή ομάδα επιθυμεί την απόσχιση και το κράτος αντιτίθεται.
Η απόσχιση περιοχής απαιτεί αυστηρές νομικές προϋποθέσεις
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ «εσωτερικής» και «εξωτερικής» αυτοδιάθεσης, λέει ο Τίελμπεργκερ.
Η «εσωτερική» αυτοδιάθεση σημαίνει ότι εθνικές μειονότητες λαμβάνουν ιδιαίτερη προστασία εντός του κράτους, όπως αυτοδιοίκηση ή προστασία της πολιτιστικής τους κληρονομιάς.
Η «εξωτερική» αυτοδιάθεση, δηλαδή η απόσχιση από το κράτος, επιτρέπεται μόνο υπό εξαιρετικά ακραίες συνθήκες: πρέπει να υπάρχει συστηματική καταπίεση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στην περίπτωση της Κριμαίας και της ανατολικής/νότιας Ουκρανίας δεν υπήρξαν τέτοιες σοβαρές παραβιάσεις από την ουκρανική κυβέρνηση.
Θα μπορούσε η Ουκρανία να παραιτηθεί οικειοθελώς από τα κατεχόμενα εδάφη;
Τι θα γινόταν όμως, αν ο Τραμπ και ο Πούτιν κατέληγαν σε μια συμφωνία, η οποία θα προέβλεπε την παραχώρηση των κατεχόμενων εδαφών και η ουκρανική κυβέρνηση το αποδεχόταν, έστω και με το ζόρι; Θα ήταν κάτι τέτοιο επιτρεπτό νομικά;
«Κατά βάση, ναι», λέει ο Τίελμπεργκερ. Η συγκατάθεση σε μια τέτοια ειρηνευτική συμφωνία πρέπει, ωστόσο, να αποτελεί «νόμιμη και κυρίως εθελοντική πράξη της ουκρανικής κυβέρνησης». Δεν πρέπει να γίνει υπό απειλή ή χρήση βίας.
Από την πλευρά του διεθνούς δικαίου, είναι «ιδιαίτερα αμφίβολο κατά πόσο η ουκρανική κυβέρνηση μπορεί σήμερα να λάβει μια απόφαση χωρίς καταναγκασμό ή εξαναγκασμό».
Πώς ακριβώς θα πρέπει να διαμορφωθεί η κατάσταση ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για εθελοντική παραχώρηση, είναι σήμερα δύσκολο να πούμε. Οι σφοδροί ρωσικοί βομβαρδισμοί σε πολιτικούς στόχους και οι απειλές των ΗΠΑ για πλήρη διακοπή στρατιωτικής βοήθειας δεν δείχνουν ότι η κυβέρνηση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι μπορεί να ενεργήσει πραγματικά ελεύθερα.
Ο Τίελμπεργκερ επισημαίνει και έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα: Σε αποφάσεις που αφορούν την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο ρόλος του πληθυσμού που επηρεάζεται. Στο διεθνές δίκαιο υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Ορισμένοι νομικοί θεωρούν ότι, όταν παραχωρείται έδαφος, θα πρέπει να συμφωνούν και οι άνθρωποι που ζουν σε αυτό.
Το ουκρανικό Σύνταγμα προβλέπει σαφείς διαδικασίες
Αν πρόκειται να μεταβληθεί το έδαφος του ουκρανικού κράτους, το Σύνταγμα της Ουκρανίας απαιτεί σαφώς τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, στο οποίο να συμμετέχουν όλοι οι Ουκρανοί πολίτες με δικαίωμα ψήφου.
Επιπλέον, για την παραχώρηση των κατεχόμενων εδαφών πιθανότατα θα απαιτούνταν και τροποποίηση του Συντάγματος. Διότι στο Άρθρο 133 παράγραφος 2 καθορίζεται ρητά το έδαφος της Ουκρανίας και αναφέρονται συγκεκριμένα οι τέσσερις περιφέρειες Λουγκάνσκ, Ντονέτσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα.
Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, το ουκρανικό συνταγματικό δίκαιο δεν είναι αποφασιστικής σημασίας – αλλά πολιτικά, σίγουρα θα έπαιζε σημαντικό ρόλο σε οποιαδήποτε ειρηνευτική ρύθμιση.







