«Φαίνεται όλο και πιο απίθανο να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική ανάκαμψη πριν από το 2026», δήλωσε ο Carsten Brzeski, παγκόσμιος επικεφαλής μακροοικονομίας στην ING.
Η Γερμανία ήταν το μόνο μέλος του G7 που δεν κατέγραψε ανάπτυξη τα τελευταία δύο χρόνια, και οι εμπορικές εντάσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη χώρα σε τρίτο συνεχόμενο έτος ύφεσης — κάτι που δεν έχει συμβεί στην μεταπολεμική ιστορία της.
Η αναζωογόνηση της οικονομίας αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για τη νέα κυβέρνηση, ιδιαίτερα εν μέσω ανησυχιών ότι οι δασμοί του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ενδέχεται να πλήξουν περαιτέρω την οικονομία, που στηρίζεται έντονα στις εξαγωγές.
Η γερμανική κυβέρνηση ενέκρινε ένα «μέτρο ενίσχυσης των επενδύσεων», προσφέροντας βελτιωμένες επιλογές απόσβεσης για τις εταιρείες. Παράλληλα, δεσμεύτηκε για επιπλέον δαπάνες σε άμυνα και υποδομές, καθώς και για μείωση του φόρου εταιρειών. Όπως τόνισε εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομίας στο Reuters, «αυτό που έχει αποφασιστεί μέχρι στιγμής δεν είναι αρκετό. Χρειάζονται περισσότερα για να γίνει η Γερμανία ξανά ανταγωνιστική και να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης».
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η κατανάλωση των νοικοκυριών το δεύτερο τρίμηνο αυξήθηκε μόλις κατά 0,1%, λόγω αναθεωρημένων δεδομένων στον τομέα των υπηρεσιών, όπως οι υπηρεσίες διαμονής και εστίασης για τον Ιούνιο.
Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,8% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ οι επενδύσεις μειώθηκαν σημαντικά, καταγράφοντας πτώση 1,4%. Ούτε το εξωτερικό εμπόριο συνέβαλε θετικά, καθώς οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.






