Ας ξεκινήσουμε με μερικά δεδομένα: Είναι μαθηματικά βέβαιο πως η μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας τις επόμενες τρεις δεκαετίες θα συνεχιστεί, όπως και η δημογραφική του γήρανση. Επίσης, το πρόσημο του ισοζυγίου γεννήσεων –θανάτων θα παραμείνει αρνητικό (τουλάχιστον) μέχρι το 2050.
Η προοδευτική αύξηση των ποσοστών ατεκνίας είναι επίσης δεδομένη. Όλα αυτά δεν μπορούμε να τα ανατρέψουμε. Αυτό που μπορούμε, όμως, να κάνουμε είναι να αποτρέψουμε τη μετανάστευση των νέων Ελληνίδων και Ελλήνων. Να αποφύγουμε δηλαδή τη μείωση του υπάρχοντος πληθυσμού, πέρα φυσικά από τη μείωση λόγω των θανάτων.
Πρόσφατες έρευνες δείχνουν, όμως, πως δεν είμαστε σε καλό δρόμο. Αντίθετα, 1 στους 2 Έλληνες 17-24 ετών σκέφτεται σοβαρά να φύγει από την Ελλάδα. Γιατί; Γιατί δεν βρίσκει δουλειά ανάλογη των προσόντων του, γιατί οι μισθοί και η αγοραστική δύναμη κυμαίνονται ακόμα σε χαμηλά επίπεδα και γιατί το στεγαστικό γίνεται ολοένα και πιο πιεστικό για τα νοικοκυριά.
Συνεπώς, εδώ δεν συζητάμε γιατί οι Έλληνες δεν κάνουν παιδιά για να αυξηθεί ο πληθυσμός, αλλά ότι αυτοί που κάποια στιγμή θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά φεύγουν πριν καν το σκεφτούν. Κι αν τελικά κάνουν παιδιά, δεν θα βρίσκονται στην Ελλάδα.
Το δημογραφικό πρόβλημα λοιπόν είναι πρώτα και κύρια συνδεδεμένο με τα εργασιακά. Καλώς ή κακώς, οι νέοι πλέον βιάζονται. Δεν θέλουν να περιμένουν να φτάσουν τα 40 για να πάρουν έναν αξιοπρεπή μισθό.
Το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών του Πανεπιστήμιου της Θεσσαλίας παρουσίασε πριν από λίγες ημέρες μία άκρως αποκαλυπτική έρευνα, που φανερώνει πως η αγορά εργασίας στην Ελλάδα ωθεί τους νέους να αναζητήσουν μια καλύτερη ευκαιρία στο εξωτερικό, καθώς νιώθουν ότι εδώ δεν αξιοποιούνται τα προσόντα τους, οι προοπτικές ανέλιξής τους είναι περιορισμένες και οι μισθοί που τους δίδονται είναι πολύ κάτω από το κόστος μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Η υπογεννητικότητα λοιπόν είναι στην παρούσα φάση ένα δευτερεύον ζήτημα. Το πρωτεύον είναι να κρατήσουμε στη χώρα μας όσους ήδη βρίσκονται εδώ (Έλληνες και μετανάστες). Με αξιοπρεπείς μισθούς, σταθερή εργασία, ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, καθώς και αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων. Απέχουμε, όμως, πολύ από μία τέτοια κατάσταση.
Αν μέχρι τα 24 τους οι μισοί έχουν φύγει, όπως είδαμε παραπάνω, προφανώς και δεν θέλουν καν να σκέφτονται ένα παιδί.
Αλλά και όσοι μένουν στην Ελλάδα, αργούν πολύ να ανεξαρτητοποιηθούν και να έχουν καλές δουλειές και εισοδήματα για να μπουν στο πνεύμα της δημιουργίας οικογένειας.
Στην Ελλάδα το 39% των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης έως 34 ετών μένει με τους γονείς του κι εμείς αναρωτιόμαστε γιατί δεν κάνουν παιδιά και κομπάζουμε πως τους προσφέρουμε 2.000 ευρώ για τα έξοδα του μαιευτηρίου! Χρειάζεται μεν κι αυτό, αλλά δεν πρόκειται να βελτιωθεί η κατάσταση μόνο με αυτό. Πρέπει να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής για να μείνουν οι νέοι στην πατρίδα τους και να τεκνοποιήσουν τελικά.
Προφανώς, τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύουν πως η στόχευση από την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και από τις προηγούμενες, είναι λανθασμένη.
Οι νέοι στην Ελλάδα δεν μπορούν να ονειρευτούν πολύ πιο απλά πράγματα από το να αποκτήσουν παιδιά. Δεν μπορούν καν να φύγουν από το σπίτι τους, γι’ αυτό και τελικά αυξάνονται αυτοί που θέλουν να φύγουν από τη χώρα.
Κάθε πρόβλημα για να το επιλύσουμε, πρέπει πρώτα να το εντοπίσουμε στον πυρήνα του: Ας συμφωνήσουμε λοιπόν, πως για να αυξήσουμε τα παιδιά που γεννιούνται, πρέπει να μειώσουμε τα παιδιά που φεύγουν.









