Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, διεκδίκησε τον τίτλο αυτόν πρόσφατα σε μια αυθόρμητη συζήτηση στο Οβάλ Γραφείο, υποστηρίζοντας ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες τον αποκαλούν «πρόεδρο της Ευρώπης». Το σχόλιο προκάλεσε ειρωνικά χαμόγελα στις Βρυξέλλες, όπου αξιωματούχοι διαβεβαίωσαν το POLITICO ότι κανείς δεν τον έχει αποκαλέσει ποτέ έτσι. Ωστόσο, το σχόλιο αντικατοπτρίζει μια άβολη πραγματικότητα: οι ηγέτες της ΕΕ του έχουν ουσιαστικά προσφέρει θέση επικεφαλής στο τραπέζι τους.
Από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούνιο, όταν ο Τραμπ αποκάλυψε μήνυμα του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, που τον αποκαλούσε «μπαμπά», μέχρι τη συμφωνία εμπορίου ΕΕ-ΗΠΑ στη Σκωτία, η οποία έμοιαζε περισσότερο με παράδοση παρά με αμοιβαίο συμβιβασμό, φαίνεται πως ο Τραμπ έχει ένα δίκιο.
Ποτέ άλλοτε από τη δημιουργία της ΕΕ, Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε τέτοια άμεση επιρροή στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Και ποτέ άλλοτε οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών δεν έδειχναν τόσο πρόθυμοι, ακόμη και απελπισμένοι, να τον παρουσιάζουν ως αυθεντία που πρέπει να επαινούν, να καλοπιάνουν, να προσεγγίζουν, αλλά ποτέ να μην αμφισβητούν ανοιχτά. Ανεπισήμως, αξιωματούχοι της ΕΕ περιγράφουν αυτή την υποχωρητικότητα ως αναγκαίο τέχνασμα για να κρατήσουν τον Τραμπ δεσμευμένο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και το μέλλον της Ουκρανίας. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ευρώπη προσπαθεί πλέον να ξαναπάρει την πρωτοβουλία.
Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δείχνουν να του παραχωρούν ρόλο ακόμη και χωρίς εκείνος να το ζητήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: όταν ορισμένοι ηγέτες ταξίδεψαν στην Ουάσιγκτον το καλοκαίρι για να ζητήσουν από τον Τραμπ να πιέσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν (εκείνος τους αγνόησε), τον παρακάλεσαν επίσης να πείσει τον «φίλο» του, Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν, να άρει το βέτο του στην ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ.
Ο Τραμπ όντως τηλεφώνησε. Και αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Όρμπαν άλλαξε στάση, το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι στράφηκαν στον Αμερικανό πρόεδρο για να λύσει μια εσωτερική τους διαμάχη, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το status του ως de facto μεσολαβητή στην Ευρώπη.
Ένας διπλωμάτης της ΕΕ το έθεσε ωμά: «Μπορεί να μην γίνει ποτέ πρόεδρος της Ευρώπης, αλλά μπορεί να είναι ο νονός της. Η πιο σωστή αναλογία είναι εγκληματική. Πρόκειται για έναν μαφιόζο που ασκεί εκβιαστική επιρροή στις επιχειρήσεις που υποτίθεται ότι προστατεύει».
Το «φαινόμενο των Βρυξελλών»
Δεν πάει πολύς καιρός που η ΕΕ μπορούσε να περιγράφεται με αξιοπιστία ως εμπορικός γίγαντας και «ρυθμιστική υπερδύναμη». Η τεράστια αγορά της και η νομική της ισχύς υποχρέωναν επιχειρήσεις και κυβερνήσεις να συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ακόμη κι αν δεν ανήκαν στην Ένωση.
Ο πρώην Αμερικανός πρέσβης στην ΕΕ, Άντονι Γκάρντνερ, θυμάται ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) τη δεκαετία του 2010, οι ΗΠΑ θεωρούσαν την Ευρώπη ισότιμο εταίρο.
«Από την ίδρυση της ΕΟΚ, η αμερικανική θέση ήταν ότι θέλουμε μια ισχυρή Ευρώπη», σημείωσε ο Γκάρντνερ. «Είχαμε πολλές διαφωνίες, ειδικά στο εμπόριο, αλλά ο τρόπος για να τις λύσεις δεν είναι μέσω εκφοβισμού».
Παλιότερα, η ΕΕ δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες. Το 2001, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπλόκαρε την εξαγορά της Honeywell από την General Electric, αξίας 42 δισ. δολαρίων. Στη συνέχεια, η ΕΕ εφάρμοσε μια σκληρή πολιτική ανταγωνισμού, με αξιωματούχους όπως η Μαργκρέτε Βεστάγκερ να απειλούν δημόσια να διαλύσουν την Google ή να αναγκάζουν την Apple να επιστρέψει 13 δισ. ευρώ φόρων στην Ιρλανδία.
Συγκρίνετε αυτό με την περασμένη εβδομάδα: η Επιτροπή επρόκειτο να επιβάλει πρόστιμο στη Google για πρακτικές στις διαφημίσεις αναζήτησης, αλλά η ανακοίνωση καθυστέρησε και τελικά έγινε «χαμηλών τόνων» με δελτίο Τύπου και βίντεο, χωρίς τον επίτροπο αρμόδιο να εμφανίζεται. Παράλληλα, ο Τραμπ έσπευσε να δηλώσει στο Truth Social ότι η κυβέρνησή του «δεν θα επιτρέψει αυτές τις διακρίσεις». Ένας ανώτερος αξιωματούχος της Επιτροπής παραδέχτηκε: «Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο στην καριέρα μου. Ο Τραμπ είναι πλέον μέσα στο σύστημα».
Από την επανεκλογή του, οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι εξαιρετικά προσεκτικοί: είτε σωπαίνουν είτε τον επαινούν.
Ο πρόεδρος της Εσθονίας, Άλαρ Κάρις, δήλωσε ότι «η Εσθονία και πολλές ευρωπαϊκές χώρες στηρίζουν τις ενέργειες του Τραμπ» για την Ουκρανία, παρότι το Πεντάγωνο έχει περικόψει χρηματοδότηση για την ασφάλεια χωρών όπως η δική του.
Ακόμη και το σχόλιο του Ρούτε («μπαμπάς») ερμηνεύεται ως κολακεία για τον εγωισμό του Αμερικανού προέδρου.
Η αυταπάτη, όμως, κατέρρευσε στη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ στο Τέρνμπερι της Σκωτίας. Οι φωτογραφίες με τα χαμόγελα των συμβούλων του Τραμπ έδειχναν ξεκάθαρα ποιος κέρδισε. Η Ευρώπη ουσιαστικά παραδόθηκε.
Η βετεράνος διαπραγματεύτρια της ΕΕ, Σαμπίνε Βέιγαντ, το είπε ξεκάθαρα: «Δεν θα χρησιμοποιήσω καν τη λέξη διαπραγμάτευση για ό,τι συνέβη».
Ποιος φταίει;
Μετά το σοκ, η συζήτηση στις Βρυξέλλες περιστρέφεται γύρω από το ποιος ευθύνεται: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών;
Ορισμένοι κατηγορούν την Επιτροπή, που έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα στις εμπορικές συμφωνίες. Θεωρητικά, θα μπορούσε να είχε απαντήσει στις απειλές δασμών των ΗΠΑ με δασμούς αντιποίνων. Υπάρχουν εργαλεία, όπως το Anti-Coercion Instrument, ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις.
Αλλά ο Γκάρντνερ υποστηρίζει ότι η πραγματική ευθύνη βαραίνει τα κράτη-μέλη, που πίεσαν την Επιτροπή να υποκύψει στον Τραμπ. «Τα κράτη-μέλη έδειξαν έλλειψη αλληλεγγύης σε μια κρίσιμη στιγμή», είπε.
Οι συνέπειες αυτής της αποτυχίας μπορεί να κρατήσουν χρόνια:
- Οι ισχυροί εμπορικοί εταίροι θα καταλάβουν ότι ο καλύτερος τρόπος να νικήσεις την Ευρώπη είναι να την διχάσεις.
- Τα κράτη-μέλη ίσως αναρωτηθούν τι αξία έχει η ΕΕ, αν δεν μπορεί να προστατεύσει το εμπόριό της.
- Το ίδιο ισχύει και για τον «ρυθμιστικό ρόλο» των Βρυξελλών: οι απειλές του Τραμπ δείχνουν τα όρια της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, υπερασπίστηκε την επιλογή: «Η κλιμάκωση με έναν βασικό σύμμαχο, ενώ τα ανατολικά μας σύνορα απειλούνται, θα ήταν απερίσκεπτη».
Τι μέλλει γενέσθαι;
Αν η Ευρώπη έχει ήδη υποχωρήσει τόσο, είναι καταδικασμένη σε υποτέλεια ή ακόμη και σε έναν «αιώνα ταπείνωσης», όπως φοβούνται κάποιοι σχολιαστές;
Ίσως. Όμως, υπάρχουν και κάποιες ελπίδες: οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες θέλουν μια πιο ισχυρή και κυρίαρχη Ευρώπη, και κατηγορούν τους ηγέτες, όχι την ίδια την ΕΕ, για τις αποτυχίες.
Ορισμένοι ηγέτες (π.χ. η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν) διαφοροποιούνται από τη γενική τάση. Και υπάρχει και μια «Κασσάνδρα» που προειδοποιεί: ο Μάριο Ντράγκι.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και πρόεδρος της ΕΚΤ, με την Έκθεση Ντράγκι γεμάτη συστάσεις για το πώς η Ευρώπη μπορεί να σταθεί στα πόδια της, επιμένει να μιλά δημόσια.
Όπως είπε σε πρόσφατη ομιλία: «Στο παρελθόν, η ΕΕ μπορούσε να λειτουργεί κυρίως ως ρυθμιστής, αποφεύγοντας το δύσκολο ερώτημα της πολιτικής ολοκλήρωσης. Σήμερα, για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, πρέπει να μετατραπεί από θεατής ή δευτερεύων ρόλος, σε πραγματικό πρωταγωνιστή».






