• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Η άμυνα της Ευρώπης χωρίς τις ΗΠΑ: Προκλήσεις και προοπτικές
08:41 - 23 Σεπ 2025

Η άμυνα της Ευρώπης χωρίς τις ΗΠΑ: Προκλήσεις και προοπτικές

Η ασφάλεια της Ευρώπης παραδοσιακά στηρίζεται στο ΝΑΤΟ και, κυρίως, στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην ήπειρο. Ωστόσο, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δείχνει έντονη διάθεση αποστασιοποίησης από τα ευρωπαϊκά ζητήματα και τη Ρωσία να συνεχίζει την παράνομη εισβολή στην Ουκρανία, τίθεται το ερώτημα αν μπορεί η Ευρώπη να καλύψει μόνη της το κενό μίας πιθανής αποχώρησης των ΗΠΑ.

Η αμερικανική στροφή και τα δεδομένα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν θεαματικά την παρουσία τους στη Βαλτική, την Πολωνία και τη Ρουμανία: 40.000 στρατιώτες, αναβαθμισμένες υποδομές, 16 μαχητικά αεροσκάφη και δορυφορική υποστήριξη για την αεράμυνα χωρών που δεν διαθέτουν δικά τους μέσα. Το 2022, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη, συμφωνήθηκε η δημιουργία δύναμης ταχείας αντίδρασης 300.000 στρατιωτών και η περαιτέρω ενίσχυση της παρουσίας στη Βαλτική Θάλασσα. Ωστόσο, η επιστροφή του Τραμπ ανέκοψε την ορμή αυτών των σχεδίων.

Η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ παραμένει ασυναγώνιστη: 1,3 εκατ. στρατιώτες και περίπου 5.000 πυρηνικές κεφαλές, μέρος των οποίων είναι σταθμευμένες σε Γερμανία, Βέλγιο και Ιταλία. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκοί στρατοί αριθμούν συνολικά 1,5 εκατ. στρατιώτες, αλλά οι πυρηνικές τους δυνατότητες είναι πολύ πιο περιορισμένες. Μόνο η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν οπλοστάσια, με 290 και 225 κεφαλές αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, η Ευρώπη δεν μπορεί να αντισταθμίσει την πυρηνική αποτροπή που προσφέρουν οι ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία. Εκείνη διαθέτει το μεγαλύτερο επιβεβαιωμένο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, με περίπου 5.459 πυρηνικές κεφαλές.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) εισήγαγε ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής υποστήριξης, ωστόσο στην πράξη η Ευρώπη εξακολουθεί να βασίζεται στην αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα». Η ιδέα του Εμανουέλ Μακρόν για επέκταση της γαλλικής αποτρεπτικής ισχύος προς τους Ευρωπαίους εταίρους επανήλθε τους περασμένους μήνες, ειδικά όσο εντείνεται η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση των ΗΠΑ. Το πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ αποτελεί πρωτίστως μια οικονομικοπολιτική συμμαχία και όχι στρατιωτική. Επί του παρόντος δεν διαθέτει τη δυνατότητα συντονισμού των ενόπλων δυνάμεων των κρατών-μελών της, οι οποίες λειτουργούν κυρίως μέσω του ΝΑΤΟ, άρα και υπό την επιρροή του αμερικανικού παράγοντα. Σύμφωνα με αναλυτές, θα χρειαστεί χρόνος μέχρι τα ευρωπαϊκά κράτη να καταφέρουν να απεξαρτηθούν στον συγκεκριμένο τομέα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δομική αδυναμία της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας

Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης εξαρτάται και από την ικανότητά της να παράγει τα δικά της όπλα. Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική εξάρτηση από τις ΗΠΑ – όχι μόνο σε επίπεδο τεχνολογίας, αλλά και στη χρήση κρίσιμων συστημάτων. Παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία διαθέτει ισχυρούς «παίκτες»: η βρετανική BAE Systems στα υποβρύχια, η ιταλική Leonardo στα ελικόπτερα, η Airbus στα αεροπλάνα και τα διαστημικά προγράμματα, η Dassault με τα Rafale στη Γαλλία και η γερμανική Rheinmetall στα άρματα μάχης. Στόχος της ΕΕ είναι το 50% των εξοπλισμών να παράγεται εντός Ένωσης – σήμερα το ποσοστό φτάνει λίγω άνω του 20%.

Ωστόσο η λειτουργία αρκετών συστημάτων βρίσκεται ακόμη και σήμερα υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η Ευρώπη χρειαστεί να τα χρησιμοποιήσει θα χρειαστεί συντονισμός με την Ουάσιγκτον.

Ως απάντηση στον απομονωτισμό του Τραμπ, η Ευρώπη δρομολόγησε την πρωτοβουλία ReArm Europe, με 150 δισ. ευρώ μέσω του προγράμματος SAFE για αναβάθμιση της άμυνας και επιπλέον 650 δισ. μέσω εξαίρεσης των αμυντικών δαπανών από τους υπολογισμούς του δημόσιου χρέους. Η Ελλάδα, μάλιστα, αξιοποίησε ήδη τη ρήτρα αυτή και έλαβε πράσινο φως για χρηματοδότηση μέσω SAFE (€787,67 εκατ.)

Ποια κράτη δίνουν προτεραιότητα στην άμυνα

Μέχρι στιγμής, η Πολωνία ξεχωρίζει ως «πρωταθλητής» στις αμυντικές δαπάνες: από το 2,2% κόντα στο 5% του ΑΕΠ, με στόχο έναν στρατό 200.000 ανδρών. Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για την προμήθεια όπλων. Επιπλέον η Ένωση αντιμετωπίζει το πρόβλημα ότι τα κράτη ερμηνεύουν διαφορετικά τον κίνδυνο από την Ρωσία.

Πέρα από την Πολωνία, τα βαλτικά κράτη και οι σκανδιναβικές χώρες επιμένουν στην αναβάθμιση της άμυνας, ενώ χώρες του Νότου, όπως για παράδειγμα η Ισπανία, τηρούν μία πιο επιφυλακτική στάση ως προς τις αμυντικές δαπάνες, με την σοσιαλιστική της κυβέρνηση να δίνει προτεραιότητα στις κοινωνικές δαπάνες. Η Πορτογαλία είναι επίσης προσεκτική στις διατυπώσεις της για την άμυνα. Επομένως, όσο πιο κοντά βρίσκονται τα ευρωπαϊκά κράτη στα σύνορα με τη Ρωσία, τόσο πιο αισθητή γίνεται στις χώρες αυτές η ανάγκη για αναβάθμιση της αποτρεπτικής τους ικανότητας.

Η Ευρώπη έχει αποδείξει ότι κρίνεται μέσα από τις κρίσεις. Η επιθετικότητα της Ρωσίας και ο αμερικανικός απομονωτισμός φέρνουν την ήπειρο μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: είτε θα παραμείνει εξαρτημένη από την υπερατλαντική στήριξη, είτε θα τολμήσει να οικοδομήσει τη δική της αξιόπιστη αμυντική ασπίδα.

Τελευταία τροποποίηση στις 23/09/2025 - 11:41