Μια αναθεωρημένη εκτίμηση
Στην πραγματικότητα, η δήλωση αυτή του Πιστόριους δεν καινούρια, αλλά πρόκειται για μία αναθεώρηση παλαιότερης. Την άνοιξη του 2024 είχε δηλώσει ότι η Γερμανία οφείλει να είναι «έτοιμη για πόλεμο», σημειώνοντας πως το 2029 θα μπορούσε να αποτελέσει χρονιά-ορόσημο για μια ενδεχόμενη περαιτέρω κλιμάκωση με τη Ρωσία. Για τη δήλωσή του δέχθηκε έντονη κριτική, ακόμη και εντός του κόμματός του, καθώς μεγάλο μέρος των στελεχών του SPD αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και θα προτιμούσε μια διαφορετικού τύπου συνεννόηση με τη Ρωσία. Άσκησαν μάλιστα κριτική ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τον όρο «άμυνα» αντί για «πόλεμο».
Σε ποιον ιστορικό αναφέρεται ο Υπουργός
Ο Πιστόριους υπογράμμισε επίσης ότι η εκτίμηση αυτή προέρχεται από ιστορικούς. Εμμέσως, αναφερόταν στον Sönke Neitzel, καθηγητή πολεμικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πότσνταμ. Ο Neitzel είχε δηλώσει ήδη από τον Απρίλιο ότι το καλοκαίρι του 2025 ενδέχεται να είναι το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι στην Ευρώπη. Η πρόβλεψή του βασίστηκε στις στρατιωτικές ασκήσεις που έχει προγραμματίσει η Ρωσία στη Λευκορωσία, οι οποίες τελικά ήταν μικρότερης κλίμακας απ’ ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η σημερινή εποχή είναι πιο επικίνδυνη από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και ασκεί συχνά κριτική στους Γερμανούς πολιτικούς για τις χλιαρές, κατά τη γνώμη του, κινήσεις τους ως προς τη στρατιωτική αναβάθμιση της χώρας.
Η συζήτηση στη Γερμανία περί πολέμου δεν είναι καινούρια έχει ξεκινήσει καιρό και είναι υπαρκτή στη Γερμανία από το 2022 κι έπειτα. Για παράδειγμα, έχει τεθεί το ζήτημα αν θα πρέπει οι μαθητές να εκπαιδευτούν στα σχολεία για το πώς να αντιμετωπίσουν μια πιθανή κατάσταση πολέμου. Σημειωτέον ότι η ανησυχία για τις κινήσεις του Κρεμλίνου έχει υπερκομματικό χαρακτήρα, έστω κι αν υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η Μόσχα.
Ποια η σκοπιμότητα των δηλώσεων Πιστόριους
Πέραν αυτών, τίθεται το ερώτημα για ποιον λόγο ο Πιστόριους προχώρησε εκ νέου σε νέα δημόσια έκκληση. Ως προς αυτό, μπορούν για την ώρα να γίνουν κυρίως υποθέσεις.
Πιο συγκεκριμένα, από τα ρεπορτάζ διεθνών μέσων προκύπτει ότι η Ρωσία παράγει περισσότερα όπλα από όσα χρειάζεται για τις επιχειρήσεις της στην Ουκρανία. Αυτό οδηγεί αρκετούς πολιτικούς και αναλυτές στο συμπέρασμα ότι η Μόσχα προετοιμάζεται για πόλεμο μεγαλύτερης διάρκειας, ενδεχομένως και απέναντι στο ΝΑΤΟ. Δεδομένα οι μυστικές υπηρεσίες θα επξεργάζονται ήδη σενάρια μίας κλιμάκωσης κι ενδεχομένως σε αυτά να υπάρχει το σενάριο μίας σχετικά άμεσης επίθεσης.
Υπενθυμίζεται ότι οι γερμανικές υπηρεσίες είχαν αποτύχει παταγωδώς ως προς τις εκτιμήσεις τους πριν από τη ρωσική εισβολή του 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τότε Αντικαγκελάριος Ρόμπερτ Χάμπεκ των Πρασίνων είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του, πως ενημερώθηκε για την επερχόμενη εισβολή μόλις μία ημέρα πριν, από Αμερικανό αξιωματούχο ασφαλείας. Η εισβολή προκάλεσε σοκ στη γερμανική κοινή γνώμη. Συνεπώς, αρκετοί πολιτικοί προτιμούν σήμερα να προειδοποιούν ακόμη και για σενάρια που μοιάζουν εκ πρώτης όψεως υπερβολικά, παρά να υποτιμήσουν εκ νέου μια πιθανή απειλή.
Ο Μερτς δυσκολεύεται να βρει βηματισμό
Υπάρχει όμως και ένας βαθύτερος, πολιτικός λόγος. Ο Μερτς ανέλαβε καθήκοντα καγκελάριου τον περασμένο Μάιο, υποσχόμενος ότι μετά τη χαοτική και βυθισμένη στην εσωστρέφεια κεντροαριστερή κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς, θα διασφάλιζε συνθήκες ομαλής κυβερνησιμότητας. Επτά μήνες μετά, απέχει πολύ από αυτόν τον στόχο.
Συγκεκριμένα, ασκείται κριτική ότι τα πρόσθετα κονδύλια που διασφαλίστηκαν μέσω της χαλάρωσης του «φρένου» χρέους χρησιμοποιούνται για μικροπολιτικούς σκοπούς που δεν αφορούν την αναβάθμιση της άμυνας. Παράλληλα, η συνοχή της ήδη ισχνής – μόλις 12 εδρών - κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας παρουσιάζει προβλήματα. Παράλληλα, προβληματίζει η δημόσια εικόνα του καγκελάριου. Ο Μερτς έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια με δηλώσεις του που χαρακτηρίζονται υποτιμητικές ή ξενοφοβικές, ενώ τα ποσοστά δημοτικότητάς του είναι ήδη χαμηλότερα από αυτά του Σολτς στο πρώτο εξάμηνο της δικής του διακυβέρνησης.
Επιπλέον, κεντρικά κυβερνητικά εγχειρήματα καθυστερούν. Την περασμένη εβδομάδα επιτεύχθηκε μεν συμφωνία εντός του συνασπισμού για το πλαίσιο της επαναφοράς της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, αλλά με μεγάλη καθυστέρηση και πολλές αναβολές. Ωστόσο, το πρόβλημα αυτό αντικαθίσταται πλέον με ένα άλλο και έχει να κάνει με τη ρήξη του καγκελάριου με τη νεολαία του κόμματός του, η οποία ζητά τολμηρότερη παρέμβαση στο συνταξιοδοτικό — κάτι στο οποίο αντιτίθεται το SPD.
Συγκεκριμένα, δεκαοκτώ μέλη της νεολαίας των Συντηρητικών κατέχουν βουλευτική έδρα και υπάρχει ο κίνδυνος να μπλοκάρουν τη μεταρρύθμιση. Κυκλοφορεί ακόμη και το σενάριο ότι ο Μερτς θα επιχειρήσει να επιβάλει πειθαρχία μέσω ψήφου εμπιστοσύνης, επιλογή που όμως θα κατανάλωνε μεγάλο μέρος του πολιτικού του κεφαλαίου ήδη από το πρώτο εξάμηνο.
Κίνδυνος πολιτικής αστάθειας
Παράλληλα, η ακροδεξιά AfD βρίσκεται σε αρκετές δημοσκοπήσεις στην πρώτη θέση και έχει ενισχυθεί σημαντικά σε δημοτικές εκλογές. Την επόμενη χρονιά διεξάγονται εκλογές σε πέντε κρατίδια, όπου η AfD αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω. Στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ ενδέχεται ακόμη και να ξεπεράσει το 40%, τη στιγμή μάλιστα που αρκετά στελέχη του CDU φλερτάρουν, άλλοι διακριτικά, άλλοι πιο ανοιχτά με το ενδεχόμενο να συμπράξει μαζί της.
Με βάση αυτή την εικόνα, ο Πιστόριους, ο οποίος γενικότερα δεν θεωρείται ότι κυνηγά υπερφιλοδόξα πολιτικά σχέδια για τον εαυτό του, πιθανόν επιδιώκει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, ώστε να μην καταρρεύσει πρόωρα η κυβέρνηση, ακόμη κι αν η επίκληση στον φόβο για έναν πιθανό πόλεμο μοιάζει να είναι «άτσαλη».
Τέλος, εάν ισχύουν οι πληροφορίες ότι οι ΗΠΑ πιέζουν τον Ζελένσκι, μετά από μυστικές συνομιλίες με τη Ρωσία, να παραδώσει εδάφη και κρίσιμα όπλα κι αυτή τη φορά ο Αμερικανός παράγοντας επιμείνει, τότε ένας νέος πονοκέφαλος προστίθεται για τη Γερμανία. Μια ενδεχόμενη νέα κυβερνητική κρίση θα την αποσυντόνιζέ από την αντιμετώπιση του ανανεωμένου «bromance» ανάμεσα στους ενοίκους του Λευκού Οίκου και του Κρεμλίνου.





