• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
NYT για Ουκρανία: Η απάτη και η σπατάλη «ανταμείβονται» με περισσότερα συμβόλαια για όπλα
21:15 - 07 Σεπ 2026

NYT για Ουκρανία: Η απάτη και η σπατάλη «ανταμείβονται» με περισσότερα συμβόλαια για όπλα

Σοβαρές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο η Ουκρανία διαχειρίζεται τις αμυντικές της προμήθειες καταγράφουν εσωτερικοί κυβερνητικοί έλεγχοι, σύμφωνα με έρευνα των New York Times.

Όπως αναφέρει η αμερικανική εφημερίδα, οι εσωτερικές εκθέσεις ελέγχου υποδεικνύουν ότι μόνο το 2024 η Ουκρανία υπέστη απώλειες περίπου 1,2 δισ. δολαρίων εξαιτίας φαινομένων απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης κατά την προμήθεια όπλων και πυρομαχικών.

Η έρευνα περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο προειδοποιήσεις για υπερκοστολογήσεις, προβλήματα στην εκτέλεση συμβάσεων και ενδείξεις διαφθοράς δεν απέτρεψαν την ανάθεση νέων, ιδιαίτερα υψηλής αξίας συμβάσεων σε ορισμένες εταιρείες.

Νέα συμβόλαια παρά τις έρευνες και τις καταγγελίες

Σύμφωνα με κρατικές εκθέσεις ελέγχου και δικαστικά έγγραφα που επικαλούνται οι New York Times, επτά από τους δέκα μεγαλύτερους στρατιωτικούς προμηθευτές της Ουκρανίας συνέχισαν να λαμβάνουν νέες παραγγελίες, παρά το γεγονός ότι σε βάρος τους υπήρχαν ποινικές έρευνες για απάτη, καταγγελίες για μη εκτέλεση προηγούμενων συμβάσεων ή ακόμη και συλλήψεις στελεχών τους για υποθέσεις διαφθοράς.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εργοστασίου χημικών Pavlohrad, το οποίο είχε αναλάβει να προμηθεύσει τον ουκρανικό στρατό με χιλιάδες βλήματα όλμων.

Τα προβληματικά βλήματα του Pavlohrad

Το 2024, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις επιχειρούσαν εναντίον ουκρανικών θέσεων στην ανατολική Ουκρανία, ουκρανικές μονάδες πυροβολικού διαπίστωσαν προβλήματα στη λειτουργία ορισμένων από τα βλήματα που είχαν παραλάβει.

Σύμφωνα με την έρευνα των New York Times, κάποια βλήματα έπεφταν από τους σωλήνες εκτόξευσης χωρίς να λειτουργούν όπως προβλεπόταν, ενώ άλλα έφταναν στο έδαφος χωρίς να εκραγούν.

Ο διευθυντής του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν, συνελήφθη στη συνέχεια και αντιμετώπισε κατηγορίες για διαφθορά.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα των ελέγχων, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας συνέχισε να αναθέτει νέες συμβάσεις στο Pavlohrad ακόμη και όταν είχε γίνει αντιληπτό ότι παραδίδονταν ελαττωματικά πυρομαχικά.

Ο Σίμαν, μάλιστα, φέρεται να βρισκόταν ήδη στο στόχαστρο των αρχών κατά της διαφθοράς για υποθέσεις που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, υπεξαίρεση και απάτη, όταν το εργοστάσιο εξασφάλισε το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο για την προμήθεια βλημάτων όλμων.

Η συγκεκριμένη συμφωνία ανερχόταν σε περίπου 280 εκατ. δολάρια και υπογράφηκε ενώ ο διευθυντής του εργοστασίου βρισκόταν ελεύθερος με εγγύηση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης διαφθοράς.

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν επίσης ότι το Pavlohrad είχε αρχικά δηλώσει πως δεν διέθετε την απαιτούμενη παραγωγική δυνατότητα για την εκτέλεση της σύμβασης. Αργότερα, ωστόσο, τροποποίησε τα στοιχεία που αφορούσαν τις παραγωγικές του δυνατότητες, χωρίς να εξηγήσει την αλλαγή.

Παράλληλα, δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να δείχνουν ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες επιχείρησαν να επαληθεύσουν εάν το εργοστάσιο μπορούσε πράγματι να ανταποκριθεί στις παραγγελίες.

Παρά τα προβλήματα, το Pavlohrad συνέχισε να λαμβάνει νέες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και μία για την προμήθεια σχεδόν του συνόλου των βλημάτων πυροβολικού των 122 χιλιοστών που χρειαζόταν ο ουκρανικός στρατός για το 2025.

Έξι εταιρείες χωρίς ούτε μία ολοκληρωμένη σύμβαση

Οι εμπιστευτικές εκθέσεις της Κρατικής Υπηρεσίας Ελέγχου και της εσωτερικής ελεγκτικής μονάδας του υπουργείου Άμυνας αποτυπώνουν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένα ευρύτερο πρόβλημα στη λειτουργία του συστήματος.

Οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρείες στις οποίες ανατέθηκαν νέες συμβάσεις, παρότι δεν είχαν εκπληρώσει προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι έξι από αυτές δεν είχαν ολοκληρώσει ούτε μία από τις συμβάσεις που είχαν αναλάβει.

Οι έλεγχοι, οι οποίοι αφορούν το 2024 και το 2025, καταγράφουν επίσης απώλειες περίπου 126 εκατ. δολαρίων από την παράβλεψη χαμηλότερων προσφορών και την αγορά όπλων σε υψηλότερες τιμές.

Σε ξεχωριστή υπόθεση, εταιρείες εξακολουθούν να βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη για τουλάχιστον 100 εκατ. δολάρια που είχαν καταβληθεί προκαταβολικά στο πλαίσιο συμφωνίας η οποία τελικά δεν υλοποιήθηκε.

Ακριβότερα κατά 130 εκατ. δολάρια τα ίδια τουρκικά πυρομαχικά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και διαγωνισμός για την προμήθεια πυραυλικών πυρομαχικών τουρκικής κατασκευής.

Τρεις εταιρείες κατέθεσαν προσφορές για το ίδιο ακριβώς προϊόν, το οποίο κατασκευαζόταν στο ίδιο εργοστάσιο. Οι τιμές που προσφέρθηκαν ήταν περίπου 4.200, 4.600 και 5.100 δολάρια ανά πύραυλο.

Η τουρκική Arca Defense, που ήταν ο ίδιος ο κατασκευαστής, υπέβαλε τη χαμηλότερη προσφορά. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τους ελεγκτές, καταδεικνύει ότι υπήρχε δυνατότητα απευθείας προμήθειας από το εργοστάσιο.

Παρόλα αυτά, η σύμβαση κατακυρώθηκε στην υψηλότερη προσφορά, η οποία προερχόταν από θυγατρική του τσεχικού ομίλου Czechoslovak Group.

Έτσι, η προμήθεια πραγματοποιήθηκε μέσω μεσάζοντα αντί απευθείας από τον κατασκευαστή.

Οι ελεγκτές υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε επαρκής αιτιολόγηση για τη συγκεκριμένη επιλογή, ενώ προηγούμενοι έλεγχοι είχαν ήδη επισημάνει το πρόσθετο κόστος που μπορεί να συνεπάγονται οι αγορές μέσω μεσαζόντων.

Κατά τους υπολογισμούς των New York Times, η συγκεκριμένη επιλογή επιβάρυνε το ουκρανικό δημόσιο κατά περίπου 130 εκατ. δολάρια.

Η υπόθεση Spetstechnoexport

Στο μικροσκόπιο της έρευνας βρίσκεται και μια συμφωνία του 2024 για την προμήθεια πυραύλων σοβιετικού σχεδιασμού από Σέρβο κατασκευαστή.

Λόγω της στάσης της Σερβίας απέναντι στη Ρωσία, το Κίεβο επέλεξε τη χρήση μιας αλυσίδας μεσαζόντων για την προμήθεια των πυραύλων και υπέγραψε συμφωνία με την κρατική ουκρανική εταιρεία εμπορίας όπλων Spetstechnoexport.

Οι ελεγκτές, σύμφωνα με τους New York Times, διαπίστωσαν ότι η εταιρεία είχε ήδη ιστορικό προβληματικής εκτέλεσης συμβάσεων, ενώ πρώην στελέχη της βρίσκονταν υπό έρευνα για πιθανή υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος.

Παράλληλα, η Spetstechnoexport δεν διέθετε σερβική άδεια εξαγωγής για τους συγκεκριμένους πυραύλους. Αντί αυτής, σύμφωνα με τους ελεγκτές, προσκόμισε εγγυητική επιστολή από τις ουκρανικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Οι ελεγκτές έκριναν ότι η συγκεκριμένη μεταχείριση δεν διέθετε επαρκή νομική βάση.

Στη συνέχεια, η Spetstechnoexport ανέθεσε υπεργολαβία στην αμερικανική εταιρεία Regulus Global. Οι συνολικές συμφωνίες μεταξύ των δύο εταιρειών ανέρχονταν σε περίπου 1,7 δισ. δολάρια.

Η συμφωνία για την προμήθεια των πυραύλων, ωστόσο, τελικά κατέρρευσε.

Ο επικεφαλής της Regulus, Ουίλιαμ Σόμερινταϊκ Τζούνιορ, υποστήριξε ότι ο τότε υπουργός Άμυνας Ρουστέμ Ουμέροφ επιχείρησε να περιορίσει τον ρόλο των μεσαζόντων στις αμυντικές προμήθειες και ζήτησε από την αμερικανική εταιρεία να συνεργάζεται απευθείας με την κρατική υπηρεσία προμηθειών.

Η Spetstechnoexport αποκλείστηκε έτσι από τη συγκεκριμένη διαδικασία και, στις αρχές του 2025, είχε καταστεί ο μεγαλύτερος οφειλέτης της ουκρανικής Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών, έχοντας περισσότερες ανεκτέλεστες συμβάσεις από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε δικαστικές διαμάχες. Η ουκρανική κυβέρνηση διεκδίκησε πρόστιμα και τόκους από τη Spetstechnoexport, ενώ η τελευταία στράφηκε οικονομικά κατά της Regulus.

Η αμερικανική εταιρεία αρνείται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και υποστηρίζει ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της αναδιοργάνωσης του ουκρανικού συστήματος αμυντικών προμηθειών.

Οι αδυναμίες του συστήματος

Η έρευνα των New York Times αναδεικνύει, σύμφωνα με τα στοιχεία των ελέγχων, τις επίμονες αδυναμίες του ουκρανικού συστήματος αμυντικών προμηθειών, παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια και την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.

Εταιρείες με προβληματικό ιστορικό, ανεκτέλεστες συμβάσεις ή εμπλοκή σε έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς εξακολουθούσαν, σύμφωνα με την έρευνα, να έχουν πρόσβαση σε κρατικές παραγγελίες μεγάλης αξίας.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω των συνθηκών πολέμου στην Ουκρανία, όπου η ταχύτητα, η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα των αμυντικών προμηθειών συνδέονται άμεσα με την επιχειρησιακή δυνατότητα των ενόπλων δυνάμεων.

Παράλληλα, οι οικονομικές απώλειες που καταγράφουν οι ελεγκτές υποδεικνύουν ότι τα προβλήματα δεν περιορίζονται στο δημοσιονομικό κόστος, αλλά αφορούν και την αποτελεσματικότητα με την οποία διοχετεύονται κρίσιμοι πόροι στην άμυνα της χώρας.

Τελευταία τροποποίηση στις 07/09/2026 - 21:22