Η βασική αλλαγή αφορά την κατάργηση δύο προσαυξήσεων οι οποίες μέχρι σήμερα μπορούσαν να ανεβάσουν αισθητά το τεκμαρτό εισόδημα. Ειδικότερα, καταργείται η προσαύξηση κατά 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας, αλλά και η προσαύξηση κατά 5% στη διαφορά μεταξύ του τζίρου της επιχείρησης και του μέσου τζίρου του αντίστοιχου ΚΑΔ.
Με τις παρεμβάσεις αυτές, το τεκμαρτό εισόδημα αποσυνδέεται σε μεγαλύτερο βαθμό από στοιχεία που δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκη την πραγματική φοροδοτική ικανότητα του επαγγελματία. Έτσι, η απασχόληση προσωπικού ή ένας υψηλότερος κύκλος εργασιών σε σχέση με τον μέσο όρο του κλάδου δεν θα οδηγούν από μόνοι τους σε πρόσθετη τεκμαρτή επιβάρυνση.
Διπλό όφελος στις φορολογικές δηλώσεις του 2027
Σημειώνεται ότι οι αλλαγές στο σύστημα των τεκμηρίων αφορούν τα εισοδήματα που αποκτώνται από φέτος. Αυτό σημαίνει ότι το όφελος θα αποτυπωθεί στην εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων που θα υποβληθούν το 2027.
Παράλληλα, στις ίδιες δηλώσεις θα εφαρμοστούν για πρώτη φορά και οι νέοι, χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές, οι οποίοι έχουν ήδη νομοθετηθεί και αφορούν τα εισοδήματα που αποκτώνται από το 2026.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, επομένως, η συνολική εικόνα διαμορφώνεται από δύο διαφορετικές παρεμβάσεις και δη, πό τη μία περιορίζεται το τεκμαρτό εισόδημα και από την άλλη μειώνεται η φορολογία μέσω της νέας κλίμακας.
Η ελάχιστη βάση παραμένει ο κατώτατος μισθός
Παρά τις αλλαγές, το σύστημα εξακολουθεί να διατηρεί ένα ελάχιστο επίπεδο τεκμαρτού εισοδήματος, το οποίο συνδέεται με τον κατώτατο μισθό και τις τριετίες.
Η λογική της συγκεκριμένης πρόβλεψης είναι ότι ένας ελεύθερος επαγγελματίας δεν μπορεί να εμφανίζει ως ελάχιστο εισόδημα ποσό χαμηλότερο από τις αποδοχές ενός εργαζομένου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, λαμβανομένης υπόψη και της προϋπηρεσίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός καφέ με 15 χρόνια λειτουργίας, πέντε εργαζομένους και ετήσια μισθοδοσία ύψους 105.000 ευρώ.
Με το σημερινό καθεστώς, το τεκμαρτό εισόδημα ανέρχεται σε 27.244 ευρώ και ο φόρος σε 4.783 ευρώ. Με το νέο σύστημα, η τεκμαρτή βάση περιορίζεται στα 16.744 ευρώ και ο φόρος υποχωρεί στα 2.249 ευρώ.
Η διαφορά μεταφράζεται σε ετήσιο όφελος 2.534 ευρώ για τον επαγγελματία, ενώ η φορολογική επιβάρυνση μειώνεται περίπου κατά 53%.
Στο 50% η μείωση των τεκμηρίων στους μικρούς οικισμούς
Επιπλέον ελάφρυνση προβλέπεται για επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε μικρούς οικισμούς.
Το πληθυσμιακό όριο για την ένταξη στη συγκεκριμένη ρύθμιση αυξάνεται από τους 1.500 στους 2.000 κατοίκους. Για όσους πληρούν τα νέα κριτήρια, το τεκμήριο μειώνεται κατά 50%, περιορίζοντας αντίστοιχα και την τεκμαρτή φορολογική επιβάρυνση.
Η παρέμβαση αφορά κυρίως επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε μικρότερες πληθυσμιακές περιοχές, όπου ο τζίρος και η οικονομική δραστηριότητα είναι συχνά χαμηλότερα σε σχέση με τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Νέα βάση υπολογισμού για τους ιδιοκτήτες ταξί
Ξεχωριστές διορθώσεις προβλέπονται για τους εκμεταλλευτές ταξί, με το τεκμήριο να συνδέεται πλέον με το πραγματικό ποσοστό ιδιοκτησίας του οχήματος.
Έτσι, επαγγελματίας που κατέχει το 50% ενός ταξί θα επιβαρύνεται με το αντίστοιχο 50% του τεκμηρίου και όχι σαν να διαθέτει ολόκληρο το όχημα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να ευθυγραμμιστεί η τεκμαρτή φορολόγηση με την πραγματική συμμετοχή του κάθε ιδιοκτήτη.
Παράλληλα, από το τεκμήριο εξαιρούνται τα ανήλικα τέκνα έως 18 ετών που διαθέτουν άδεια ταξί. Πρόκειται για περιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν, μεταξύ άλλων, μετά από κληρονομική διαδοχή λόγω θανάτου γονέα.
Μειώνεται στο 50% και η προκαταβολή φόρου
Στο πακέτο των αλλαγών περιλαμβάνεται και η μείωση της προκαταβολής φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις.
Από το φορολογικό έτος 2027, η προκαταβολή περιορίζεται από το 55% στο 50%. Η αλλαγή αναμένεται να ενισχύσει τη ρευστότητα των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς μειώνεται το ποσό που θα πρέπει να καταβάλουν προκαταβολικά έναντι του φόρου της επόμενης χρήσης.
Συνολικά, οι παρεμβάσεις δημιουργούν ένα ευνοϊκότερο φορολογικό πλαίσιο για σημαντικό αριθμό ελεύθερων επαγγελματιών, με τις μεγαλύτερες ελαφρύνσεις να προκύπτουν από τον συνδυασμό της αναμόρφωσης των τεκμηρίων, των χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών και της μειωμένης προκαταβολής φόρου.







