Το υπουργείο Άμυνας, το οποίο η κυβέρνηση μετονόμασε πρόσφατα σε «υπουργείο Πολέμου» στο πλαίσιο ευρύτερης αναδιάρθρωσης, έχει επιβάλει αυστηρούς κανόνες στους διαπιστευμένους συντάκτες. Με νέο έγγραφο, απαιτεί από τους δημοσιογράφους να ζητούν επίσημη έγκριση πριν ερευνήσουν ή δημοσιοποιήσουν συγκεκριμένες πληροφορίες, προειδοποιώντας ότι η παραβίαση των όρων θα οδηγεί σε άμεση ανάκληση διαπίστευσης.
Η εφημερίδα, προσφεύγοντας στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Ουάσινγκτον, υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί αυτοί αποτελούν κατάφωρη παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος, η οποία προστατεύει θεμελιώδεις ελευθερίες, μεταξύ των οποίων και την ελευθερία του Τύπου.
Στην προσφυγή επισημαίνεται ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να «φιμώσει» τον έλεγχο της εξουσίας, εμποδίζοντας τους δημοσιογράφους να θέτουν ερωτήσεις και να αναζητούν πληροφορίες πέραν όσων δημοσιοποιούνται επίσημα. «Η δουλειά μας είναι να εξετάζουμε τα γεγονότα, όχι να αναπαράγουμε μόνο ό,τι επιλέγει η κυβέρνηση να πει», σημειώνει η εφημερίδα.
Το επίμαχο έγγραφο εντάσσεται σε μια σειρά μέτρων που, σύμφωνα με δημοσιογραφικές ενώσεις, περιορίζουν δραστικά την πρόσβαση στο Πεντάγωνο, τον μεγαλύτερο εργοδότη στις ΗΠΑ, με δαπάνες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Τους τελευταίους μήνες, οκτώ μεγάλα μέσα ενημέρωσης, ανάμεσά τους οι New York Times, η Washington Post και το CNN, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους χώρους εργασίας τους στο κτίριο. Παράλληλα, οι καθιερωμένες ενημερώσεις προς τον Τύπο έχουν περιοριστεί, ενώ οι δημοσιογράφοι πλέον επιτρέπεται να κινούνται σε ορισμένες ζώνες μόνο υπό συνοδεία υπαλλήλου του υπουργείου.



