Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου 600.000 από αυτούς τους νέους δεν αναζητούν καν εργασία. Η αγορά εργασίας έχει γίνει πιο σκληρή: η τεχνητή νοημοσύνη περιορίζει τις θέσεις εισαγωγικού επιπέδου, ο ανταγωνισμός αυξάνεται, ενώ οι αγγελίες μειώθηκαν σχεδόν κατά 10% σε σχέση με πέρυσι. Την ίδια στιγμή, για κάθε διαθέσιμη θέση αντιστοιχούν πλέον 2,5 άνεργοι, σύμφωνα με το CNBC.
Ωστόσο, εργοδότες και ειδικοί υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Πολλοί νέοι «δεν είναι έτοιμοι για εργασία». Όπως δήλωσε ο Μίλμπερν, οι νέοι συχνά δεν διαθέτουν εργασιακή εμπειρία και όσα έμαθαν στο σχολείο δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του σύγχρονου εργασιακού περιβάλλοντος.
Η πανδημία άφησε βαθύ αποτύπωμα. Σύμφωνα με τη Julie Leonard, Chief Impact Officer του φιλανθρωπικού οργανισμού Shaw Trust, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και ο εγκλεισμός δημιούργησαν ένα σοβαρό κενό κοινωνικοποίησης, ειδικά για όσους σήμερα είναι 20–24 ετών. Πολλοί έχασαν κρίσιμα χρόνια δια ζώσης μάθησης, εργασιακής εμπειρίας και ανάπτυξης «soft skills» όπως η συνεργασία, η επικοινωνία, η τήρηση οδηγιών και η πειθαρχία.
Παράλληλα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί οι μικρές δουλειές του παρελθόντος – τα σαββατιάτικα μεροκάματα, η διανομή εφημερίδων, το babysitting – που λειτουργούσαν ως σκαλοπάτι προς την αγορά εργασίας. Μεγάλες εταιρείες όπως η PwC και η KPMG αναγκάστηκαν να εισαγάγουν προγράμματα εκπαίδευσης σε βασικές δεξιότητες συμπεριφοράς και συνεργασίας για τους νεότερους εργαζομένους τους.
Τέλος, η Leonard προτείνει επιστροφή στα «παλιά»: λιγότερα βιογραφικά μέσω οθόνης και περισσότερη προσωπική επαφή. Να πηγαίνουν οι νέοι με το CV στο χέρι σε τοπικά καταστήματα, καφέ και μικρές επιχειρήσεις, να μιλούν με ανθρώπους, να χτίζουν αυτοπεποίθηση και αντοχή στην απόρριψη. «Η δουλειά δεν βρίσκεται μόνο πίσω από ένα laptop», τονίζει. «Βρίσκεται εκεί έξω».





