Όπως μεταδίδει το πρακτορείο Reuters, ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες διακοπτόμενων διαπραγματεύσεων, η συμφωνία επιτρέπει στην Ινδία να ανοίξει τη μεγάλη και μέχρι σήμερα προστατευμένη αγορά της -τη μεγαλύτερη στον κόσμο σε πληθυσμό- στο ελεύθερο εμπόριο με την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών, τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο.
«Χθες υπογράφηκε μια μεγάλη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ινδίας», δήλωσε ο Μόντι. «Άνθρωποι σε όλο τον κόσμο τη χαρακτηρίζουν ως τη “μητέρα όλων των συμφωνιών”. Η συμφωνία αυτή θα φέρει σημαντικές ευκαιρίες για τα 1,4 δισεκατομμύρια των κατοίκων της Ινδίας και για τα εκατομμύρια των πολιτών της Ευρώπης», πρόσθεσε.
Ο Μόντι και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αναμένεται να προχωρήσουν σε κοινή ανακοίνωση αργότερα την Τρίτη, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής Ινδίας–ΕΕ στο Νέο Δελχί, παρουσιάζοντας και τις λεπτομέρειες της συμφωνίας.
Το εμπόριο μεταξύ Ινδίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήλθε στα 136,5 δισ. δολάρια κατά το οικονομικό έτος που έληξε τον Μάρτιο του 2025.
Σημειώνεται ότι η συμφωνία έρχεται λίγες ημέρες μετά την υπογραφή ενός κρίσιμου συμφώνου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νοτιοαμερικανικής εμπορικής ένωσης Mercosur, ακολουθώντας τις συμφωνίες που υπεγράφησαν πέρυσι με την Ινδονησία, το Μεξικό και την Ελβετία.
Την ίδια περίοδο, το Νέο Δελχί οριστικοποίησε εμπορικές συμφωνίες με τη Βρετανία, τη Νέα Ζηλανδία και το Ομάν.
Το κύμα των παραπάνω συμφωνιών υπογραμμίζει τις παγκόσμιες προσπάθειες για μείωση της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες και η επιδίωξή του να αναλάβει τον έλεγχο της Γροιλανδίας δοκιμάζουν τις μακροχρόνιες συμμαχίες μεταξύ των δυτικών χωρών.
Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ έχει επιβάλει δασμό 50% στα προϊόντα από την Ινδία, ενώ μια εμπορική συμφωνία Ινδίας–ΗΠΑ κατέρρευσε πέρυσι έπειτα από ρήξη στην επικοινωνία μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.
Η επίσημη υπογραφή της συμφωνίας Ινδίας–ΕΕ θα πραγματοποιηθεί μετά την ολοκλήρωση του νομικού ελέγχου, ο οποίος αναμένεται να διαρκέσει πέντε έως έξι μήνες, σύμφωνα με Ινδό κυβερνητικό αξιωματούχο που γνωρίζει το θέμα.






