Η μεταρρύθμιση εγκρίθηκε από την Εθνοσυνέλευση και υπογράφηκε από τη Ροντρίγκες την Πέμπτη, λιγότερο από δύο ώρες αργότερα, παρουσία εργαζομένων του πετρελαϊκού κλάδου και υποστηρικτών του κυβερνώντος κόμματος. Η κυβέρνηση τη χαρακτηρίζει «ναυαρχίδα» της νέας οικονομικής της πολιτικής, με στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την ανασυγκρότηση μιας βιομηχανίας που βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κατάσταση παράλυσης.
Η χρονική συγκυρία δεν θεωρείται τυχαία. Η ψήφιση του νόμου έρχεται λιγότερο από έναν μήνα μετά τη σύλληψη του Νικολά Μαδούρο σε στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στο Καράκας και ενώ η Ουάσινγκτον προχωρά στη σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ.
Την ίδια ημέρα με την υπογραφή της μεταρρύθμισης, η Ροντρίγκες είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και με τον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο. Ο τελευταίος είχε ήδη εξηγήσει σε ακρόαση στη Γερουσία τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση σκοπεύει να διαχειριστεί την πώληση δεκάδων εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τη Βενεζουέλα και τη ροή των εσόδων. Η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο.
«Μιλάμε για το μέλλον. Μιλάμε για τη χώρα που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας», δήλωσε η Ροντρίγκες, υπερασπιζόμενη τον νόμο, τον οποίο είχε προτείνει νωρίτερα μέσα στον μήνα, μετά τη δημόσια δήλωση Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν ρόλο στον έλεγχο των εξαγωγών πετρελαίου της Βενεζουέλας.
Ιδιωτική διαχείριση, κρατική κυριότητα
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, ιδιωτικές εταιρείες θα μπορούν να αναλαμβάνουν πλήρως την παραγωγή και την πώληση πετρελαίου, καταργώντας το μονοπώλιο της κρατικής Petróleos de Venezuela (PDVSA) τόσο στην εξόρυξη όσο και στην τιμολόγηση. Οι εταιρείες θα δραστηριοποιούνται με δικά τους κεφάλαια και ρίσκο, αφού πρώτα αποδείξουν τη χρηματοοικονομική και τεχνική τους επάρκεια μέσω επιχειρηματικού σχεδίου εγκεκριμένου από το υπουργείο Πετρελαίου. Η κυριότητα των υδρογονανθράκων, ωστόσο, παραμένει στο κράτος.
Κρίσιμη καινοτομία του νόμου αποτελεί η πρόβλεψη για διεθνή, ανεξάρτητη διαιτησία σε περίπτωση διαφορών, καταργώντας την αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Βενεζουέλας, τα οποία τελούν υπό τον έλεγχο του κυβερνώντος κόμματος. Η ρύθμιση θεωρείται βασική εγγύηση για τους ξένους επενδυτές απέναντι στον κίνδυνο μελλοντικών απαλλοτριώσεων.
Πολιτικές αντιδράσεις και κοινωνικές προσδοκίες
Ο κυβερνητικός βουλευτής και επικεφαλής της κοινοβουλευτικής επιτροπής πετρελαίου, Ορλάντο Καμάτσο, υποστήριξε ότι η μεταρρύθμιση «θα αλλάξει την οικονομία της χώρας». Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο βουλευτής Αντόνιο Εκαρί ζήτησε αυξημένη διαφάνεια και λογοδοσία, προτείνοντας τη δημιουργία ειδικής ιστοσελίδας για τη δημοσιοποίηση οικονομικών στοιχείων. Όπως ανέφερε, η έλλειψη ελέγχου στο παρελθόν συνέβαλε στη συστημική διαφθορά. «Ας ανάψει επιτέλους το φως στη βιομηχανία πετρελαίου», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Την έγκριση του νόμου χαιρέτισαν εργαζόμενοι του πετρελαϊκού τομέα, οι οποίοι, φορώντας κόκκινες φόρμες και κράνη, πανηγύρισαν εντός του κοινοβουλίου και συμμετείχαν σε συγκέντρωση υποστηρικτών της κυβέρνησης.
Ρήξη με την εποχή Τσάβες
Η μεταρρύθμιση σηματοδοτεί σαφή απομάκρυνση από το μοντέλο που είχε επιβάλει ο Ούγκο Τσάβες, ο οποίος από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε καταστήσει τον αυστηρό κρατικό έλεγχο του πετρελαίου θεμέλιο της πολιτικής του.
Την περίοδο 1999–2011, η άνοδος των τιμών του αργού απέφερε στη Βενεζουέλα έσοδα που εκτιμώνται σε περίπου 981 δισ. δολάρια, χρηματοδοτώντας εκτεταμένα κοινωνικά προγράμματα. Το 2006, ο Τσάβες επέβαλε στην PDVSA να διατηρεί τον έλεγχο όλων των μεγάλων έργων, οδηγώντας σε εθνικοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων εταιρειών όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, οι οποίες εξακολουθούν να διεκδικούν αποζημιώσεις μέσω διεθνούς διαιτησίας.
Η περίοδος ευημερίας ακολούθησε η βαθιά κρίση. Η πτώση των τιμών του πετρελαίου, η εκτεταμένη διαφθορά και η κακοδιαχείριση αποδυνάμωσαν δραματικά την παραγωγή, αρχικά επί Τσάβες και στη συνέχεια επί Μαδούρο. Από το 2013, η οικονομική κατάρρευση έχει οδηγήσει περισσότερους από 7,7 εκατομμύρια Βενεζουελάνους στη μετανάστευση, ενώ οι αμερικανικές κυρώσεις αποτέλεσαν το τελικό πλήγμα για έναν άλλοτε κραταιό κλάδο.



