Υπενθυμίζεται ότι μία σειρά Ευρωπαίων ηγετών και ο Ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσαν τη Δευτέρα (15/12) μετά από άτυπη Σύνοδο στο Βερολίνο την απαίτησή τους για ουκρανική δύναμη έως 800.000 άνδρες σε καιρό ειρήνης και παρουσία ευρωπαϊκής ειρηνευτικής δύναμης με αμερικανικές εγγυήσεις, στο πλαίσιο ενός ειρηνευτικού σχεδίου για την Ουκρανία.
Αντιφατικές δηλώσεις
Ωστόσο το εγχείρημα είναι αρκετά περίπλοκο, αν όχι μη υλοποιήσιμο. Αρχικά υπάρχουν οι αντιφάσεις ήδη εντός των κυβερνήσεων. Ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε σχετικά γρήγορα αισιόδοξος για το σχέδιο. Από την άλλη όμως, ο Υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους «φρέναρε» ουσιαστικά τις προσδοκίες του Μερτς, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι ακόμη γνωστές οι προδιαγραφές του σχεδίου, ποιος μπορεί να το υλοποιήσει και ποιος θα αναλάβει τον συντονισμό.
Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη
Παράλληλα θεωρείται δεδομένο ότι πολλά κράτη δεν επιθυμούν τη συμμετοχή τους σε ένα πανευρωπαϊκό στράτευμα. Ήδη, η Πολωνία, μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της ηπείρου, δηλώνει ότι δεν θα στείλει στρατιώτες της στην Ουκρανία. Υπενθυμίζεται ότι κατά τους περασμένους μήνες η ελληνική κυβέρνηση έχει επίσης απορρίψει δημόσια την αποστολή ελληνικού τάγματος. Υπάρχουν επίσης κράτη που θέτουν ως προϋπόθεση την παρουσία τους όρους όπως π.χ. να εμπλακούν μόνο στην επιτήρηση του εναέριου ή θαλάσσιου χώρου. Το πιο δύσκολο σημείο θα ήταν η οργάνωση της ειρηνευτικής αποστολής στην ενδοχώρα της Ουκρανίας.
Ασαφές πλαίσιο και «άκυρο» από το Κρεμλίνο
Επιπλέον, η παρουσία ειρηνευτικών στρατευμάτων προϋποθέτει την δημιουργία ενός πλαισίου επιτήρησης της εκεχειρίας και ενός σχεδίου αποκλιμάκωσης σε περίπτωση κάποιας αναζωπύρωσης, η οποία στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε μία απευθείας σύγκρουση Ευρώπης-Ρωσίας.
Επίσης, μία ειρηνευτική δύναμη θα απαιτούσε τη συναίνεση και της ρωσικής πλευράς. Όπως προκύπτει από δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ την Τετάρτη (17/12), η Μόσχα δεν δέχεται την πρόταση των Ευρωπαίων.
Η λύση ειρηνευτικών στρατευμάτων από τρίτες χώρες (π.χ. Μπανγκλαντές) δεν φαίνεται επίσης να βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Ως εκ τούτου, η όποια συζήτηση φαίνεται για την ώρα εκτός πλαισίου και εκτός της πραγματικότητας που επικρατεί, τη στιγμή μάλιστα που δεν υπάρχει ευρωπαϊκή ομοφωνία ούτε καν για τη χρήση ή μη των παγωμένων ρωσικών assets και άλλων πτυχών της αναβάθμισης της ευρωπαϊκής άμυνας.
Η μόνη εγγύηση για το Κίεβο και το ερώτημα του κόστους
Επομένως η μεγαλύτερη και ίσως η μόνη εγγύηση για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και άμυνα της Ουκρανίας είναι το ίδιο της το στράτευμα. Γι’ αυτό το Κίεβο και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιμένουν στη διατήρησή του στις 800.000. Υπενθυμίζεται ότι το αρχικό σχέδιο ειρήνης 28 σημείων προέβλεπε τον περιορισμό των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στις 400.000 με 600.000. Κι εδώ ωστόσο υπάρχει ένα ερώτημα που δεν έχει μέχρι στιγμής αναδειχθεί επαρκώς: Ποιος θα αναλάβει το κόστος συντήρησης του ουκρανικού στρατού;
Ο πρώην Ομοσπονδιακός Υπουργός Επικρατείας της Γερμανίας και στενός συνεργάτης του πρώην καγκελάριου Όλαφ Σολτς, Βόλφγκανγ Σμιτ εκτίμησε στη σειρά podcast RONZHEIMER ότι τη δεδομένη στιγμή το κόστος συντήρησης του ουκρανικού στρατού είναι μεγαλύτερο από τον συνολικό προπολεμικό προϋπολογισμό της Ουκρανίας.
Προφανώς το κόστος δεν αναμένεται να πέσει ιδιαίτερα σε περίπτωση που οι εχθροπραξίες λάβουν τέλος, καθώς οι Ευρωπαίοι εκτιμούν ότι ο Πούτιν θα μπορούσε να ξεκινήσει γενικευμένο πόλεμο με την Ευρώπη σε λίγα χρόνια. Τον λογαριασμό της ουκρανικής άμυνας (και της ανοικοδόμησης) θα κληθούν πιθανότατα να τον πληρώσουν τα ευρωπαϊκά κράτη. Πρόκειται λοιπόν για άλλη μία δύσκολη εξίσωση για τις Βρυξέλλες, με τις εντάσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ για αυτό το ζήτημα να φαίνονται αναπόφευκτες.






