«Το κλίμα στη βαυαρική οικονομία υστερούσε σε σχέση με το σύνολο της γερμανικής οικονομίας για περίπου δύο χρόνια. Ωστόσο, πλέον βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τον εθνικό μέσο όρο», δήλωσε η ερευνήτρια του ifo, Daria Schaller.
Τον Οκτώβριο του 2024, το επιχειρηματικό κλίμα στη Βαυαρία βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο σε σχέση με τον εθνικό δείκτη, με διαφορά 9,8 μονάδων. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, όμως, το κλίμα στην περιοχή ανέκαμψε αισθητά, ενώ σε επίπεδο Γερμανία η εικόνα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό στάσιμη την ίδια περίοδο. Έτσι, η διαφορά περιορίστηκε μόλις στις 0,2 μονάδες.
Η βελτίωση αποδίδεται κυρίως στη λιγότερο απαισιόδοξη στάση στον μεταποιητικό τομέα. «Η έλλειψη παραγγελιών στην αυτοκινητοβιομηχανία και στην κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού επιβάρυνε για μεγάλο διάστημα το κλίμα στη βαυαρική οικονομία. Πλέον, παρατηρείται ανάκαμψη», ανέφερε η Schaller.
Το επιχειρηματικό κλίμα στη Βαυαρία έφτασε επίσης στα επίπεδα της Γερμανίας στον τομέα των υπηρεσιών, με βασικούς μοχλούς τις μεταφορές και την αποθήκευση. Στο εμπόριο, και ιδιαίτερα στη λιανική πώληση υφασμάτων και επίπλων, οι βαυαρικές επιχειρήσεις αξιολόγησαν την κατάσταση και τις προοπτικές τους ακόμη πιο θετικά από τον γερμανικό μέσο όρο.
Αντίθετα, στον κατασκευαστικό κλάδο το περιφερειακό επιχειρηματικό κλίμα στη Βαυαρία παραμένει σταθερά χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο από τον Ιούλιο του 2020. Η αρνητική εικόνα οφείλεται κυρίως στα δημόσια έργα, τις εμπορικές κατασκευές και τα οδικά έργα. «Λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις και την αυξανόμενη αβεβαιότητα που αυτές προκαλούν, η περαιτέρω ανάκαμψη μόνο βέβαιη δεν είναι», σημείωσε η Schaller.
Ενώ η γερμανική οικονομία συνολικά παρέμεινε στάσιμη ή σημείωσε οριακή ανάπτυξη το 2024 και το 2025, η βιομηχανική βάση της Βαυαρίας, με τους παραδοσιακά ισχυρούς διεθνείς δεσμούς της, επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τις διεθνείς κρίσεις και τη χαμηλή παγκόσμια ζήτηση. Η βιομηχανική παραγωγή στην περιοχή κατέγραψε σημαντική πτώση, καθώς βασικοί κλάδοι όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η μηχανολογία πιέστηκαν από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τους δασμούς των ΗΠΑ και την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας.



