Ο Μπέσεντ φέρεται να υποβάθμισε τον αντίκτυπο των εβδομάδων συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, εκτιμώντας ότι οι αναταράξεις —όπως και το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ— θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα, όπως ανέφεραν οι ίδιες πηγές υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω της εμπιστευτικότητας των συνομιλιών.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντέτεινε, κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης της G7 τη Δευτέρα (30/3), ότι οι επιπτώσεις θα είναι μακροχρόνιες, καθώς οι ζημιές που έχουν ήδη προκληθεί είναι εκτεταμένες. Στη συζήτηση συμμετείχαν κεντρικοί τραπεζίτες και υπουργοί Οικονομικών και Ενέργειας.
Εκπρόσωποι του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δεν απάντησαν σε σχετικά αιτήματα για σχόλιο, ενώ η ΕΚΤ απέφυγε να τοποθετηθεί.
Η διαφωνία αυτή αποτυπώνει την εντεινόμενη απόκλιση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, με την τελευταία να επηρεάζεται περισσότερο από την άνοδο των τιμών ενέργειας και τις διαταραχές στη ναυτιλία, που προκλήθηκαν από μια σύγκρουση στην οποία δεν είχε εμπλοκή.
Την ίδια ώρα, ο Μπέσεντ προσπαθεί να καθησυχάσει την αμερικανική κοινή γνώμη, υποστηρίζοντας ότι η αγορά πετρελαίου διαθέτει επαρκή αποθέματα και εκφράζοντας την εκτίμηση ότι τα Στενά του Ορμούζ θα επαναλειτουργήσουν σταδιακά.
Αντίθετα, η Λαγκάρντ εμφανίζεται πιο ανήσυχη. Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο της ΕΚΤ, το οποίο λαμβάνει υπόψη παρατεταμένες διαταραχές στην ενεργειακή τροφοδοσία έως και τα τέλη του 2026, καθώς και περαιτέρω καταστροφές υποδομών, ο πληθωρισμός ενδέχεται να φτάσει στο 6,3%.
«Αντιμετωπίζουμε ένα πραγματικό σοκ, που πιθανότατα ξεπερνά αυτό που μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή», δήλωσε η Λαγκάρντ σε συνέντευξή της στον Economist. Όσον αφορά την εξόρυξη, τη διύλιση και τη διανομή πετρελαίου, «έχουν ήδη καταστραφεί πάρα πολλά και δεν υπάρχει τρόπος να αποκατασταθούν μέσα σε λίγους μήνες».



