Οι εξελίξεις αυτές περιορίζουν τον κίνδυνο η άνοδος των τιμών ενέργειας που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν να μεταφερθεί στους μισθούς και, στη συνέχεια, στην τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων. Ωστόσο, δεν αλλάζουν το βασικό δεδομένο ότι ο πραγματικός πληθωρισμός παραμένει στο 2,9%, αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ.
Την ίδια ώρα, η οικονομία της Ευρωζώνης αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν, ενισχύοντας τις προσδοκίες των αγορών για νέα αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με το Bloomberg.
Στο 2,44% οι αυξήσεις των συμφωνημένων μισθών
Οι μισθοί που καθορίζονται μέσω συλλογικών συμβάσεων και άλλων συμφωνιών αυξήθηκαν κατά 2,44% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ. Ο ρυθμός ήταν χαμηλότερος από το αναθεωρημένο 2,56% του προηγούμενου τριμήνου και απέχει σημαντικά από την κορύφωση του 5,55% που είχε καταγραφεί το 2024.
Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτυπώνει το σύνολο των αποδοχών των εργαζομένων, αποτελεί όμως σημαντικό βαρόμετρο για τις μισθολογικές πιέσεις που έχουν ήδη ενσωματωθεί στις συλλογικές συμφωνίες.
Για την ΕΚΤ, το βασικό ερώτημα είναι εάν η αύξηση του ενεργειακού κόστους θα οδηγήσει σε εντονότερες μισθολογικές διεκδικήσεις και, στη συνέχεια, σε νέες αυξήσεις των τιμών από τις επιχειρήσεις. Ένα τέτοιο σπιράλ θα μπορούσε να μετατρέψει ένα αρχικά ενεργειακό σοκ σε πιο επίμονο πληθωρισμό, ιδιαίτερα στον κλάδο των υπηρεσιών, όπου το κόστος εργασίας έχει μεγαλύτερη βαρύτητα.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, είχε αναφέρει τον Ιούλιο ότι ο δείκτης που παρακολουθεί την πορεία των μισθών, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες έρευνες, δείχνει συγκρατημένη αύξηση των αποδοχών, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχουν ενδείξεις για δευτερογενείς επιπτώσεις στις τιμές.
Η εικόνα, πάντως, δεν είναι απόλυτα καθησυχαστική. Ο προπορευόμενος δείκτης μισθών της ΕΚΤ προβλέπει ότι οι αυξήσεις θα επιταχυνθούν έως τις αρχές του 2027, αν και θα παραμείνουν αρκετά χαμηλότερα από τα υψηλά επίπεδα του 2024, τα οποία είχαν ακολουθήσει το προηγούμενο πληθωριστικό κύμα.
Παράλληλα, ορισμένοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να περιμένει έως ότου οι δευτερογενείς επιδράσεις γίνουν ορατές στα οικονομικά στοιχεία, καθώς τότε ενδέχεται να είναι ήδη αργά για να τις περιορίσει.
Στο 2,7% οι προσδοκίες τριετίας
Μικρή αποκλιμάκωση καταγράφηκε και στις εκτιμήσεις των καταναλωτών για την πορεία των τιμών. Οι πολίτες της Ευρωζώνης αναμένουν ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 2,9% τους επόμενους 12 μήνες, από 3% που προέβλεπαν τον Ιούνιο, σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα της ΕΚΤ.
Πιο σημαντική για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής είναι η πρόβλεψη σε ορίζοντα τριετίας, η οποία υποχώρησε στο 2,7% από 2,8% τον προηγούμενο μήνα.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 2 έως τις 27 Ιουλίου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελπίδες για ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εναλλάσσονταν με νέα στρατιωτική κλιμάκωση, προκαλώντας έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Οι πληθωριστικές προσδοκίες παρακολουθούνται στενά από τις κεντρικές τράπεζες, καθώς επηρεάζουν τις αποφάσεις εργαζομένων και επιχειρήσεων. Εάν οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι οι ανατιμήσεις θα έχουν διάρκεια, είναι πιθανότερο να ζητήσουν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις μπορεί να προχωρήσουν προκαταβολικά σε αυξήσεις τιμών, συμβάλλοντας στη διατήρηση του πληθωρισμού.
Η υποχώρηση των συγκεκριμένων δεικτών δείχνει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν επιδεινώθηκε τον Ιούλιο. Οι προβλέψεις των νοικοκυριών, ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τον στόχο του 2%, επομένως δεν μπορούν ακόμη να θεωρηθούν πλήρως ευθυγραμμισμένες με την επιδίωξη της ΕΚΤ.
Ο «κάπως άβολος» πληθωρισμός
Ο ετήσιος πληθωρισμός της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 2,9% τον Ιούλιο, από 2,8% τον Ιούνιο. Πρόκειται για το στοιχείο που εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα στη συζήτηση ενόψει της συνεδρίασης του Σεπτεμβρίου.
Ο Μάρτινς Καζάκς, διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Λετονίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, χαρακτήρισε το σημερινό επίπεδο του πληθωρισμού «κάπως άβολο», επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις των τιμών εξακολουθούν να κινούνται κοντά στο 3%.
Σε συνέντευξή του στο Bloomberg δήλωσε ότι είναι ακόμη νωρίς για να προβλεφθεί η απόφαση του Σεπτεμβρίου, καθώς υπάρχουν επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά μιας νέας αύξησης. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ΕΚΤ βρίσκεται σε καλή θέση για να κινηθεί, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, ώστε να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2% μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Η ΕΚΤ αύξησε τον Ιούνιο τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, πραγματοποιώντας την πρώτη αύξηση από τον Σεπτέμβριο του 2023. Με την κίνηση αυτή, το επιτόκιο καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 2,25%. Τον Ιούλιο το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα.
Η ανθεκτική οικονομία δίνει περιθώριο κινήσεων
Το ενδεχόμενο νέας αύξησης ενισχύεται και από την εικόνα της οικονομίας. Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,4% το δεύτερο τρίμηνο σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, ξεπερνώντας τις προσδοκίες, ενώ η ανεργία παρέμεινε στο 6,3% τον Ιούνιο.
«Οι οικονομίες της Ευρωζώνης είναι κάπως πιο ανθεκτικές από όσο περιμέναμε», ανέφερε ο Καζάκς, επισημαίνοντας την ισχυρή ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου και τα χαμηλά επίπεδα ανεργίας.
Η εικόνα των καταναλωτών είναι περισσότερο απαισιόδοξη. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα της ΕΚΤ εκτιμούν ότι η οικονομία της Ευρωζώνης θα συρρικνωθεί κατά 1,2% τους επόμενους 12 μήνες. Η πρόβλεψη είναι ελαφρώς καλύτερη από την πτώση 1,4% που ανέμεναν τον Ιούνιο, εξακολουθεί όμως να δείχνει έντονη ανησυχία για τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου και των υψηλότερων τιμών.
Έτσι, τα στοιχεία της Παρασκευής περιορίζουν έναν από τους βασικούς φόβους της ΕΚΤ, ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει ήδη περάσει στους μισθούς και στις πληθωριστικές προσδοκίες. Δεν λύνουν όμως το πρόβλημα του πραγματικού πληθωρισμού, ο οποίος παραμένει κοντά στο 3%.
Η απάντηση των αγορών για τον Σεπτέμβριο είναι σχεδόν δεδομένη· εκείνη της Φρανκφούρτης θα εξαρτηθεί από τα οικονομικά στοιχεία που θα μεσολαβήσουν έως τη συνεδρίαση.



