Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι 1,3% στην Ευρωζώνη, συνεχίζοντας την υπεραπόδοση των τελευταίων ετών. Παράλληλα, η απασχόληση των νέων ηλικίας 15-29 ετών αυξήθηκε από 26% το 2013 σε 36% το 2025, ενώ η ανεργία υποχώρησε από το 48,7% στο 16,5%.
Έχει περιοριστεί σημαντικά και το χάσμα ανεργίας μεταξύ νέων ανδρών και γυναικών, το οποίο στο παρελθόν είχε φτάσει τις εννέα ποσοστιαίες μονάδες. Παρ’ όλα αυτά, τόσο η απασχόληση όσο και η ανεργία των νέων εξακολουθούν να κινούνται σε δυσμενέστερα επίπεδα από τις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ.
Χαμηλοί μισθοί και εξάρτηση από τον τουρισμό
Η βελτίωση των βασικών δεικτών δεν έχει μεταφραστεί αυτόματα σε καλύτερες συνθήκες εργασίας. Οι νέοι που βρίσκουν δουλειά έρχονται συχνά αντιμέτωποι με χαμηλές αποδοχές και επισφαλείς θέσεις, ενώ οι μισθοί τους παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ.
Χαρακτηριστικό είναι και το παράδοξο της μερικής απασχόλησης. Μόλις 12% των νέων εργάζεται part-time, περίπου το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όμως σχεδόν ένας στους δύο από αυτούς δηλώνει ότι θα προτιμούσε πλήρη απασχόληση.
Παράλληλα, η νεανική απασχόληση έχει μετακινηθεί αισθητά προς το εμπόριο, τις μεταφορές, τα καταλύματα και την εστίαση. Οι τέσσερις κλάδοι αντιπροσώπευαν το 55% της απασχόλησης των νέων το 2023, έναντι 37% κατά μέσο όρο στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει και την εποχικότητα της εργασίας.
Υψηλό παραμένει και το ποσοστό αυτοαπασχόλησης στις ηλικίες 20-29 ετών, στο 11% το 2025. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει, ωστόσο, ότι σε αρκετές περιπτώσεις η αυτοαπασχόληση αποτελεί λύση ανάγκης λόγω περιορισμένων επαγγελματικών ευκαιριών.
Πτυχία χωρίς αντίστοιχες δουλειές
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζεται στην αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των αναγκών της αγοράς εργασίας. Το 39% των εργαζομένων στην Ελλάδα απασχολείται σε αντικείμενο που δεν αντιστοιχεί στις σπουδές του, έναντι 32% στον ΟΟΣΑ. Παράλληλα, το 24% θεωρείται υπερκαταρτισμένο για τη θέση που κατέχει, έναντι 17% στον ΟΟΣΑ.
Την ίδια στιγμή, 80% των εργοδοτών δυσκολεύεται να βρει υποψηφίους με τις κατάλληλες δεξιότητες, με τις μεγαλύτερες ελλείψεις να εντοπίζονται στην πληροφορική και τα δεδομένα, τις πωλήσεις και το μάρκετινγκ, τη μηχανική και τη μεταποίηση.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο αν συνυπολογιστεί η μεγάλη αύξηση του μορφωτικού επιπέδου: το ποσοστό των νέων 25-34 ετών με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκτινάχθηκε από 25,5% το 2004 σε 44,5% το 2024. Περισσότεροι νέοι, δηλαδή, αποκτούν πτυχία, χωρίς αυτά να μεταφράζονται πάντα σε αντίστοιχες επαγγελματικές ευκαιρίες.
Ο ΟΟΣΑ συνδέει το πρόβλημα και με τις αδυναμίες της επαγγελματικής εκπαίδευσης και του επαγγελματικού προσανατολισμού. Το 2022 λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους στην Ελλάδα φοιτούσαν σε σχολεία που παρείχαν σχετικές υπηρεσίες, έναντι 82% στον ΟΟΣΑ. Παράλληλα, πάνω από έξι στους δέκα μαθητές θεωρούσαν ότι το σχολείο τους προετοίμασε ελάχιστα για την ενήλικη ζωή.
Από τις σπουδές στην ανεξαρτησία
Η απόσταση από την αγορά εργασίας φαίνεται και στο γεγονός ότι μόλις 4% των νέων στην Ελλάδα συνδυάζει εκπαίδευση και εργασία, έναντι 14% στον ΟΟΣΑ. Στην επαγγελματική εκπαίδευση, μόλις 15% των πρόσφατων αποφοίτων είχε εμπειρία μάθησης στον χώρο εργασίας, έναντι 65% στην ΕΕ.
Και ακόμη και όταν η μετάβαση στην εργασία ολοκληρωθεί, παραμένει το στεγαστικό. Τα υψηλά ενοίκια, η περιορισμένη προσφορά κατοικιών και το κόστος αγοράς έχουν ως αποτέλεσμα οι περισσότεροι νέοι να παραμένουν στο πατρικό τους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας των 20. Η καθυστερημένη αυτονόμηση, σημειώνει ο ΟΟΣΑ, συνδέεται και με το δημογραφικό, καθώς δυσκολεύει τη δημιουργία οικογένειας.
Ο Οργανισμός αναγνωρίζει τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών σε απασχόληση, κατάρτιση, επιχειρηματικότητα και στέγαση, ζητώντας όμως πιο συντονισμένες πολιτικές. Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, η ενίσχυση του επαγγελματικού προσανατολισμού, η στενότερη σύνδεση σπουδών και εργασίας και η αύξηση της προσιτής και κοινωνικής κατοικίας.
Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από τα χρόνια της κρίσης. Για τους νέους, όμως, η πρόοδος παραμένει άνιση: η δουλειά βρίσκεται ευκολότερα, η οικονομική ανεξαρτησία όχι.





