Μέσα σε κλίμα έντονης αβεβαιότητας για τη σύγκρουση, κατά τη διάρκεια των εαρινών συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον, το Ταμείο παρουσίασε τρία πιθανά σενάρια για την πορεία της ανάπτυξης: ένα ηπιότερο, ένα δυσμενές και ένα σοβαρό, ανάλογα με την εξέλιξη του πολέμου.
Τα τρία σενάρια για την παγκόσμια ανάπτυξη
Στο δυσμενέστερο σενάριο, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται κοντά στην ύφεση, με τις τιμές του πετρελαίου να διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στα 110 δολάρια το βαρέλι το 2026 και στα 125 δολάρια το 2027.
Ως βασικό σενάριο («reference forecast»), το ΔΝΤ υιοθέτησε την πιο αισιόδοξη εκδοχή, η οποία προβλέπει σύντομη διάρκεια της σύγκρουσης και εξομάλυνση των τιμών πετρελαίου στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, με μέση τιμή στα 82 δολάρια ανά βαρέλι για το έτος — σημαντικά χαμηλότερη από τα περίπου 96 δολάρια που ήταν η τιμή αναφοράς την Τρίτη.
Ωστόσο, λίγα λεπτά μετά τη δημοσίευση των εκτιμήσεων, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Pierre-Olivier Gourinchas, προειδοποίησε ότι αυτές ενδέχεται ήδη να είναι ξεπερασμένες. Όπως ανέφερε, η συνεχιζόμενη ενεργειακή αστάθεια και η απουσία σαφούς προοπτικής λήξης της σύγκρουσης καθιστούν ολοένα και πιο πιθανό το «δυσμενές» σενάριο.
Σε αυτό το ενδιάμεσο σενάριο, η σύγκρουση διαρκεί περισσότερο, διατηρώντας τις τιμές του πετρελαίου γύρω στα 100 δολάρια φέτος και στα 75 δολάρια το 2027, ενώ η παγκόσμια ανάπτυξη υποχωρεί στο 2,5% από 3,4% το 2025.
Το ΔΝΤ σημείωσε ότι χωρίς τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, θα είχε αυξήσει την πρόβλεψη ανάπτυξης κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, στο 3,4%, λόγω της ανόδου των επενδύσεων στην τεχνολογία, της μείωσης των επιτοκίων, της χαλάρωσης των αμερικανικών δασμών και της δημοσιονομικής στήριξης σε ορισμένες χώρες.
Στο «ακραίο» σενάριο, μια παρατεταμένη και εντεινόμενη σύγκρουση οδηγεί σε ακόμη υψηλότερες τιμές πετρελαίου και αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, περιορίζοντας την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2%, επίπεδο που πλησιάζει σε παγκόσμια ύφεση. Το ΔΝΤ σημείωσε ότι τέτοια χαμηλή ανάπτυξη έχει καταγραφεί μόλις τέσσερις φορές από το 1980, με πιο πρόσφατες τις κρίσεις του 2009 και του 2020.
Πιέσεις στον πληθωρισμό
Ο Gourinchas προειδοποίησε ότι σε ένα τέτοιο σενάριο αρκετές χώρες θα βρεθούν σε ύφεση, ενώ οι υψηλές τιμές ενέργειας θα ενισχύσουν τις πληθωριστικές προσδοκίες, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών και μισθών. Αυτό θα αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να αυστηροποιήσουν τη νομισματική πολιτική για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, το ΔΝΤ εκτίμησε ότι σε περίπτωση προσωρινής αύξησης των τιμών ενέργειας, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να διατηρήσουν σταθερά τα επιτόκια, εφόσον οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμείνουν υπό έλεγχο.
Στο σοβαρό σενάριο, ο παγκόσμιος πληθωρισμός για το 2026 θα ξεπεράσει το 6%, έναντι 4,4% στο βασικό σενάριο.
Οι προοπτικές των μεγάλων οικονομιών
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΔΝΤ μείωσε ελαφρώς την πρόβλεψη ανάπτυξης για φέτος στο 2,3%, λόγω της αντιστάθμισης μεταξύ υψηλότερου ενεργειακού κόστους και θετικών παραγόντων όπως οι φορολογικές μειώσεις και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Στην ευρωζώνη, που εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις ενεργειακές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η ανάπτυξη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,1% το 2026 και στο 1,2% το 2027.
Η ανάπτυξη της Ιαπωνία παραμένει χαμηλή, ενώ για την Κίνα το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 4,4% το 2026, με επιβράδυνση στο 4% το 2027 λόγω διαρθρωτικών προβλημάτων.
Οι αναδυόμενες αγορές και η Μέση Ανατολή
Οι αναδυόμενες οικονομίες πλήττονται περισσότερο, με την ανάπτυξη να υποχωρεί στο 3,9% το 2026. Η μεγαλύτερη επίπτωση εντοπίζεται στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, όπου η ανάπτυξη προβλέπεται να μειωθεί στο 1,9%.
Σημαντικές υφέσεις αναμένονται σε χώρες όπως το Ιράν, το Κατάρ και το Ιράκ, ενώ μικρότερες απώλειες καταγράφονται στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν.
Αντίθετα, η Ινδία αποτελεί εξαίρεση, με την ανάπτυξή της να ενισχύεται στο 6,5% για το 2026 και το 2027.
Δημοσιονομικές παρεμβάσεις
Το ΔΝΤ προειδοποίησε ότι οι κυβερνήσεις ενδέχεται να προσπαθήσουν να μετριάσουν τις επιπτώσεις μέσω επιδοτήσεων ή φορολογικών ελαφρύνσεων στην ενέργεια, ωστόσο συνέστησε προσοχή, λόγω των υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του αυξανόμενου δημόσιου χρέους.
Όπως υπογράμμισε ο Gourinchas, η στήριξη των πιο ευάλωτων είναι θεμιτή, αλλά πρέπει να είναι στοχευμένη και προσωρινή, ώστε να μη διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία των κρατών.



