Όπως αναφέρει το Politico, οι εκπρόσωποι των τριών βασικών θεσμών της ΕΕ – του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – συναντώνται στο Στρασβούργο για να προσπαθήσουν να οριστικοποιήσουν τη συμφωνία. Ωστόσο, οι μεγάλες διαφωνίες αφορούν το κατά πόσο η ΕΕ πρέπει να «θωρακίσει» τη συμφωνία απέναντι σε πιθανές μελλοντικές μεταβολές ή μονομερείς κινήσεις του Τραμπ.
Η βασική λογική της συμφωνίας είναι ότι η ΕΕ θα μειώσει ή θα καταργήσει δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά και ορισμένα αγροτικά προϊόντα, ενώ οι ΗΠΑ θα δεσμευτούν να διατηρήσουν ανώτατο όριο 15% στους δασμούς για τα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα. Όμως πολλοί ευρωβουλευτές, κυρίως από τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, φοβούνται ότι ο Τραμπ μπορεί αργότερα να αλλάξει στάση ή να επαναφέρει πιο επιθετικά μέτρα.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της προσπάθειας είναι ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης Μπέρντ Λάνγκε, πρόεδρος της επιτροπής εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο ίδιος ζητά ισχυρές ασφαλιστικές δικλίδες ώστε η συμφωνία να είναι όσο το δυνατόν πιο «Trump-proof», δηλαδή προστατευμένη από ενδεχόμενες πολιτικές ανατροπές στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον Λάνγκε, οι τελευταίες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από εντατικές διαβουλεύσεις και υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία ότι θα βρεθεί συμβιβασμός.
Οι ενστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν είναι καινούργιες. Ήδη από τον Ιανουάριο υπήρξαν καθυστερήσεις μετά τις δηλώσεις Τραμπ περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, ενώ νέα ένταση προκλήθηκε όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ περιόρισε μεγάλο μέρος της δασμολογικής πολιτικής του. Παρ’ όλα αυτά, πολλές κυβερνήσεις κρατών-μελών — με κυριότερη τη Γερμανία — πιέζουν για ταχεία έγκριση της συμφωνίας χωρίς υπερβολικές προϋποθέσεις, φοβούμενες αμερικανικά αντίποινα.
Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης περιέγραψε χαρακτηριστικά τη συμφωνία ως «έναν δυστυχισμένο γάμο που πρέπει παρ’ όλα αυτά να λειτουργήσει». Η ατμόσφαιρα δείχνει ότι αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεωρούν πως, ακόμα κι αν η συμφωνία δεν είναι ιδανική, είναι προτιμότερη από μια νέα εμπορική σύγκρουση με τις ΗΠΑ.
Οι διαφωνίες έχουν ήδη δοκιμάσει την υπομονή της Ουάσινγκτον. Η διατλαντική οικονομική σχέση φτάνει τα 1,7 τρισεκατομμύρια ευρώ και αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του παγκόσμιου εμπορίου. Ο Τραμπ προειδοποίησε πρόσφατα ότι αν η ΕΕ δεν εγκρίνει τη συμφωνία μέχρι τις 4 Ιουλίου, θα μπορούσε να επιβάλει δασμούς 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρέσβης στην ΕΕ, Άντριου Πάζντερ, δήλωσε ότι ο Τραμπ «έχει δει αρκετά» και ότι η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης.
Στο τραπέζι βρίσκονται δύο βασικοί μηχανισμοί προστασίας. Ο πρώτος είναι η λεγόμενη «ρήτρα ανατολής» (sunrise clause), σύμφωνα με την οποία η συμφωνία δεν θα τεθεί σε εφαρμογή αν οι ΗΠΑ δεν μειώσουν πρώτα τους δασμούς σε ευρωπαϊκό χάλυβα και αλουμίνιο από το σημερινό επίπεδο — που φτάνει έως και το 50% — στο συμφωνημένο 15%. Ο δεύτερος είναι μια «ρήτρα λήξης» (sunset clause), που θα έκανε τη συμφωνία να εκπνεύσει το 2028, λίγο πριν αποχωρήσει θεωρητικά ο Τραμπ από τον Λευκό Οίκο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να βρει ενδιάμεση λύση. Σύμφωνα με νέο συμβιβαστικό σχέδιο, η Κομισιόν θα έχει τη δυνατότητα να αναστείλει τις ευρωπαϊκές παραχωρήσεις αν οι ΗΠΑ δεν μειώσουν τους δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο μέχρι το τέλος του 2026. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να καθησυχαστούν τόσο οι επιφυλακτικοί ευρωβουλευτές όσο και τα κράτη-μέλη που θέλουν γρήγορη εφαρμογή.
Παρά τις εντάσεις, όλοι αναγνωρίζουν ότι μια αποτυχία στην τελική ψηφοφορία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα αποτελούσε σοβαρό πολιτικό πλήγμα. Οι διαπραγματευτές γνωρίζουν ότι το χρονικό περιθώριο στενεύει και ότι η ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ και την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων είναι εξαιρετικά λεπτή.






