Όπως μεταδίδει το CNBC, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία οι επίτροποι της FTC προστατεύονται από απόλυση, εκτός εάν υπάρχει “σοβαρός λόγος”, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Κατά την πλειοψηφία, οι συγκεκριμένοι θεσμοί ασκούν εκτελεστική εξουσία και επομένως πρέπει να υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του προέδρου. Ο δικαστής Νιλ Γκόρσατς σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «οι ανεξάρτητες αρχές δεν είναι τόσο ανεξάρτητες όσο θεωρούνταν», αποτυπώνοντας το πνεύμα μιας απόφασης που μετακινεί σταθερές δεκαετιών.
Η απόφαση αυτή ουσιαστικά αμφισβητεί ένα ιστορικό νομικό προηγούμενο σχεδόν 90 ετών, γνωστό ως “Humphrey’s Executor”, το οποίο λειτουργούσε ως θεσμική ασπίδα απέναντι στην προεδρική παρέμβαση σε ρυθμιστικές αρχές. Η ανατροπή του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές θα μπορούν στο εξής να διατηρήσουν την επιχειρησιακή και πολιτική τους αυτονομία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την απόφαση «μεγάλη νίκη», υποστηρίζοντας ότι ενισχύει την προεδρική εξουσία σε βαθμό που είχε επιδιωχθεί από πολλούς προέδρους εδώ και δεκαετίες. Σε ανάρτησή του, έκανε λόγο για “ιστορική δικαίωση” και για μια εξέλιξη που «αποκαθιστά τη λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας».
Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ο Τραμπ απέλυσε τη Σλότερ και τον έτερο Δημοκρατικό επίτροπο Άλβαρο Μπεντέγια το 2025, χωρίς επίκληση συγκεκριμένης αιτίας, επικαλούμενος μόνο ασυμβατότητα με τις κυβερνητικές προτεραιότητες. Οι δύο αξιωματούχοι προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι η απόλυσή τους παραβίαζε το θεσμικό πλαίσιο ανεξαρτησίας της FTC. Η υπόθεση έφτασε τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο, με τον Μπεντέγια να αποσύρει αργότερα την προσφυγή του.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, έγραψε στην πλειοψηφική γνώμη ότι «ο πρόεδρος μπορεί να απομακρύνει τους υφισταμένους του κατά βούληση», υπογραμμίζοντας πως η FTC ασκεί εκτελεστική εξουσία και συνεπώς πρέπει να τελεί υπό άμεσο προεδρικό έλεγχο.
Ωστόσο, το Δικαστήριο φρόντισε να αφήσει μια σημαντική εξαίρεση ανοιχτή, επισημαίνοντας ότι η απόφαση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αλλαγή στο καθεστώς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), η οποία παραμένει θεσμικά πιο προστατευμένη. Η διάκριση αυτή δείχνει ότι ακόμη και η ίδια η πλειοψηφία αναγνωρίζει την ευαισθησία ορισμένων ρυθμιστικών θεσμών.
Στην αντίπερα όχθη, η δικαστής Σόνια Σοτομαγιόρ προειδοποίησε με ιδιαίτερη ένταση ότι η απόφαση αυτή «ανατρέπει αιώνες θεσμικής πρακτικής» και αφήνει το συνταγματικό πλαίσιο πιο εκτεθειμένο στην πολιτική συγκυρία. Στη μειοψηφική της γνώμη έκανε λόγο για μια βαθιά μετατόπιση ισορροπιών, σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο δίνει στον πρόεδρο εξουσίες που ιστορικά θεωρούνταν αδιανόητες, ακόμη και υπό τη μοναρχία από την οποία αποσχίστηκαν οι ΗΠΑ.
Η απόφαση, αν και δεν αλλάζει άμεσα τη λειτουργία όλων των ανεξάρτητων αρχών, ανοίγει ένα νέο και πιο ρευστό πεδίο θεσμικής ερμηνείας. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι το πραγματικό της βάθος θα φανεί σταδιακά, μέσα από το πώς θα εφαρμοστεί σε μελλοντικές συγκρούσεις μεταξύ Λευκού Οίκου και ρυθμιστικών φορέων – ένα πεδίο όπου οι ισορροπίες πλέον φαίνεται να γέρνουν περισσότερο προς την εκτελεστική εξουσία, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη θεσμική αυτονομία στις ΗΠΑ.



