• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
BofA: «Φρένο» από την ΕΚΤ τον Ιούλιο – Πιθανή αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο
15:51 - 20 Ιουλ 2026

BofA: «Φρένο» από την ΕΚΤ τον Ιούλιο – Πιθανή αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο

Αμετάβλητα εκτιμάται ότι θα διατηρήσει τα βασικά της επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά την επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Bank of America. Η αμερικανική τράπεζα θεωρεί ότι οι υφιστάμενες οικονομικές συνθήκες δεν δημιουργούν προς το παρόν επαρκείς λόγους για νέα παρέμβαση, χωρίς ωστόσο να αποκλείει αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου.  

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι τα πιο πρόσφατα οικονομικά στοιχεία κινούνται σε γενικές γραμμές εντός των εκτιμήσεων της ΕΚΤ. Ο πληθωρισμός διαμορφώνεται ελαφρώς χαμηλότερα από τις προβλέψεις, ενώ οι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας εξακολουθούν να δείχνουν ότι η οικονομία της Ευρωζώνης παραμένει σχετικά ανθεκτική. Παράλληλα, οι τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να βρίσκονται, κατά μέσο όρο, κοντά στις παραδοχές που είχε ενσωματώσει η κεντρική τράπεζα στις προβλέψεις της.

Η Bank of America επισημαίνει ακόμη ότι το πετρέλαιο διαπραγματεύεται κάτω από τα επίπεδα που είχε προβλέψει η ΕΚΤ τον Ιούνιο, ενώ αντίθετα οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται υψηλότερα. Σε συνδυασμό με την πρόσφατη ανάκαμψη του ενεργειακού κόστους, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν το ενδεχόμενο μιας τελευταίας αύξησης των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η ανακοίνωση που θα συνοδεύσει τις αποφάσεις της ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει σχεδόν αμετάβλητη τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε τον Ιούνιο, διατηρώντας έναν ελαφρώς αυστηρό τόνο. Υπενθυμίζεται ότι οι προβλέψεις εκείνης της περιόδου προέβλεπαν περισσότερες από μία αυξήσεις επιτοκίων, πέρα από εκείνη που είχε ήδη υλοποιηθεί μέσα στον ίδιο μήνα.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δεν αναμένεται να δώσει σαφείς ενδείξεις για τις επόμενες κινήσεις της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, οι αναλυτές θεωρούν πιθανό να επαναλάβει τις παραδοχές των τελευταίων μακροοικονομικών προβλέψεων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι νέες αυξήσεις παραμένουν πιθανές, εφόσον δεν υπάρξουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στα οικονομικά δεδομένα.

Παράλληλα, η επικοινωνιακή στρατηγική της ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να βασίζεται στη γνωστή προσέγγιση των αποφάσεων «ανά συνεδρίαση», με βάση τα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία και χωρίς προκαθορισμένη πορεία για τα επιτόκια. Η αντίδραση της κεντρικής τράπεζας απέναντι στο ενεργειακό σοκ αναμένεται να παραμείνει συγκρατημένη, καθώς, παρά την άνοδο του πληθωρισμού, δεν εκτιμάται ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα έχουν ιδιαίτερα μακροχρόνιο χαρακτήρα.

Η Bank of America εκφράζει την εκτίμηση ότι, ανεξάρτητα από το αν η ΕΚΤ προχωρήσει σε μία ή δύο ακόμη αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, το βασικό επιτόκιο θα έχει υποχωρήσει στο 2% ή και χαμηλότερα μέχρι το τέλος του 2027. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι ο πληθωρισμός τελικά θα αποδειχθεί λιγότερο επίμονος από ό,τι φοβούνται σήμερα οι αγορές.

Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ακόμη ότι το σημερινό ενεργειακό σοκ διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο του 2022, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς τη διάρκεια και την έντασή του. Ως αποτέλεσμα, θεωρούν περιορισμένο τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης εκτίναξης του πληθωρισμού που θα απαιτούσε ιδιαίτερα επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.

Παρά τη σχετικά ήπια εκτίμηση για την πορεία των επιτοκίων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η Bank of America αποφεύγει να εκφράσει σαφή προτίμηση υπέρ των βραχυπρόθεσμων ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων. Όπως σημειώνει, η πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο νέας ανόδου στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, επιβάλλει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.

Την ίδια στιγμή, η τράπεζα επισημαίνει ότι σημαντικός αριθμός επενδυτών έχει ήδη τοποθετηθεί υπέρ της προοπτικής χαμηλότερων ευρωπαϊκών επιτοκίων, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για περαιτέρω έντονες κινήσεις προς την ίδια κατεύθυνση.

Για το τρίτο τρίμηνο του έτους, οι αναλυτές προβλέπουν σταδιακή εξομάλυνση της καμπύλης αποδόσεων μεταξύ των διετών και των δεκαετών κρατικών ομολόγων, επισημαίνοντας ότι ιστορικά η διαφορά των αποδόσεων αυτών τείνει να μειώνεται κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.

Η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού κρατικού ομολόγου κινείται πλέον κοντά στο ανώτατο όριο του εύρους 2,6%-3,15% που είχε θέσει η Bank of America για το 2026. Παρόλα αυτά, οι πρόσφατες αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ, σε συνδυασμό με τη διαρθρωτική άνοδο των αποδόσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενδέχεται να οδηγήσουν τις αποδόσεις σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, ιδιαίτερα εάν συνεχιστεί η άνοδος των ενεργειακών τιμών.

Περιορισμένες οι επιδράσεις στο ευρώ

Η επικείμενη συνεδρίαση του Ιουλίου δεν αναμένεται, σύμφωνα με την ανάλυση, να προκαλέσει σημαντικές διακυμάνσεις στην ισοτιμία του ευρώ. Από τα τέλη Φεβρουαρίου, οι προσδοκίες των αγορών για την πορεία της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ έχουν μεταβληθεί σχεδόν παράλληλα με εκείνες που αφορούν την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), παρά το γεγονός ότι η οικονομία της Ευρωζώνης εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένη στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας.

Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίστηκε στα πραγματικά επιτόκια μεσαίας διάρκειας και, κατά την Bank of America, εξηγεί σε σημαντικό βαθμό τη σχετική αδυναμία που παρουσιάζει το ευρωπαϊκό νόμισμα. Παρότι το επενδυτικό ενδιαφέρον και οι τοποθετήσεις υπέρ του ευρώ έχουν περιοριστεί, αρκετοί θεσμικοί επενδυτές εξακολουθούν να διατηρούν σημαντική έκθεση στο ευρωπαϊκό νόμισμα.

Η τράπεζα εξακολουθεί να τηρεί επιφυλακτική στάση για την πορεία του ευρώ κατά τους θερινούς μήνες και προβλέπει ότι η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου θα διαμορφωθεί στο 1,12 έως το τέλος του τρίτου τριμήνου. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, πάντως, εμφανίζεται περισσότερο αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι μέχρι το τέλος του έτους θα υπάρξει σταδιακή σύγκλιση των ρυθμών ανάπτυξης μεταξύ της αμερικανικής οικονομίας και της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με την ανάλυση, σημαντική συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση αναμένεται να έχει η δημοσιονομική πολιτική της Γερμανίας, η οποία εκτιμάται ότι θα στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα στην Ευρώπη.