Σύμφωνα με τα γερμανικά μέσα, στο «στόχαστρο» της κυβέρνησης έχει βρεθεί τώρα το επίδομα στέγασης, με στόχο την εξοικονόμηση 1,5 έως και 2 δισ. ευρώ ετησίως.
Με βάση τα τελευταία επίσημα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γερμανίας, στο τέλος του 2024 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα κρατίδια διέθεσαν συνολικά 4,689 δισ. ευρώ για επιδόματα στέγασης, ποσό αυξημένο κατά περίπου 8,6% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Συνολικά 1,242 εκατομμύρια ιδιωτικά νοικοκυριά στη Γερμανία έλαβαν επίδομα στέγασης, το οποίο αποτέλεσε σημαντική οικονομική στήριξη για πολλούς δικαιούχους. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 3% των νοικοκυριών με κύρια κατοικία στη χώρα, ενώ σε σύγκριση με το 2023 καταγράφηκε αύξηση περίπου 5,9% στους δικαιούχους.
Το επίδομα στέγασης απευθύνεται σε νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος μιας επαρκούς και κατάλληλης κατοικίας, με ιδιαίτερη μέριμνα για οικογένειες με παιδιά.
Τα υψηλότερα ποσοστά νοικοκυριών που έλαβαν επίδομα καταγράφηκαν στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, όπου ανήλθαν στο 5,6%, ενώ το χαμηλότερο ποσοστό σημειώθηκε στη Βαυαρία, με 1,7% των νοικοκυριών να λαμβάνουν τη συγκεκριμένη ενίσχυση.
Το μέσο μηνιαίο ποσό του επιδόματος διαμορφώθηκε στα 287 ευρώ για τα νοικοκυριά που λάμβαναν πλήρη ενίσχυση, ενώ για όσους δικαιούνταν μερικό επίδομα στέγασης ανήλθε κατά μέσο όρο στα 240 ευρώ τον μήνα.
Στον «αέρα» ένας στους τρεις δικαιούχους
Με βάση τα κυβερνητικά σχέδια, εκτιμάται ότι στο μέλλον περίπου το ένα τρίτο των σημερινών δικαιούχων ενδέχεται να χάσει το επίδομα στέγασης. Ο Σύνδεσμος Πρόνοιας και Ευημερίας (Paritatische Wohlfahrtsverband) προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει αρκετά νοικοκυριά που στηρίζονται στην ενίσχυση αυτή σε συνθήκες φτώχειας, ιδιαίτερα οικογένειες με παιδιά και κυρίως μονογονεϊκά νοικοκυριά.
Ο Σύνδεσμος εκτιμά ότι η κατάργηση του επιδόματος στέγασης θα επιβαρύνει σημαντικά τα επίπεδα φτώχειας στη Γερμανία. Ο εκπρόσωπός του, Γιόακιμ Ροκ, επισημαίνει ότι πέρα από το συγκεκριμένο επίδομα, προβλέπεται η κατάργηση και άλλων παροχών στο πλαίσιο των πρόσθετων μέτρων λιτότητας, ενώ η μείωση των προκαταβολών διατροφής τέκνων θα επιφέρει επιπλέον απώλειες που μπορεί να φτάσουν αρκετές εκατοντάδες ευρώ τον μήνα.
«Καταργείται επίσης η άμεση συμπληρωματική πληρωμή, η οποία αποτελεί επίδομα 25 ευρώ ανά παιδί τον μήνα», σημειώνει ο Ροκ.
Παράλληλα, εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο οι περικοπές αυτές θα επιφέρουν ουσιαστική εξοικονόμηση για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Όπως υποστηρίζει, το πιθανότερο είναι ότι θα οδηγήσουν πολλούς πολίτες στην ανάγκη προσφυγής στη λεγόμενη βασική εισοδηματική στήριξη.
«Στη συνέχεια, ένα άλλο υπουργείο θα αναλάβει την κάλυψη του κόστους, συνεπώς δεν θα υπάρξει συνολική εξοικονόμηση», επισημαίνει, ενώ υποστηρίζει πως οι περικοπές «πλήττουν τους λάθος ανθρώπους και στέλνουν τα λάθος μηνύματα», ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την κοινωνική ανασφάλεια.
Ο ίδιος τονίζει πως, κατά την εκτίμησή του, εκείνο που θα πρέπει να κάνει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι να συγκρατήσει τις αυξήσεις ενοικίων αποτελεσματικά και να δημιουργήσει πιο προσιτές κατοικίες, καθώς – όπως σημειώνει – περισσότερες δημόσιες και μη κερδοσκοπικές κατοικίες θα μείωναν το κόστος των επιδομάτων στέγασης και συνολικά την ανάγκη για παροχή επιδομάτων.



