Η εγκατάλειψη του σχεδίου πώλησης μεριδίου των εμπορικών δικαιωμάτων του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν έβαλε τέλος στην κρίση στη FIFA. Αντίθετα, αποτέλεσε την αφορμή για να εκδηλωθεί με τον πιο έντονο τρόπο η σύγκρουση που σιγόβραζε εδώ και καιρό ανάμεσα στον πρόεδρο της παγκόσμιας ομοσπονδίας, Τζιάνι Ινφαντίνο, και τον επικεφαλής της UEFA, Αλεξάντερ Τσέφεριν.
Η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία δεν αρκείται πλέον στην κριτική για τους χειρισμούς της FIFA. Με ανακοινώσεις δυσπιστίας, απόσυρση της στήριξης προς τον Ινφαντίνο, απειλές για νομικές ενέργειες και αναζήτηση υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές του 2027, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα διεθνές μέτωπο αμφισβήτησης της ηγεσίας του Ελβετού παράγοντα.
Ο ίδιος, από την πλευρά του, εμφανίζεται αποφασισμένος να μην υποχωρήσει. Θεωρεί ότι η αντίδραση της UEFA δεν αφορά μόνο την αποτυχημένη συμφωνία για το Μουντιάλ, αλλά αποτελεί προσπάθεια της ευρωπαϊκής ποδοσφαιρικής ελίτ να ανακτήσει την επιρροή που έχασε μέσα στη FIFA τα τελευταία χρόνια.
Οι χειρισμοί που άνοιξαν πολλά μέτωπα
Το σχέδιο δημιουργίας εταιρείας στην οποία θα μεταβιβαζόταν μέρος των εμπορικών δικαιωμάτων του Παγκοσμίου Κυπέλλου ήταν απλώς η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Η διοίκηση Ινφαντίνο είχε ήδη δεχθεί έντονες επικρίσεις για μια σειρά επιλογών που, σύμφωνα με τους επικριτές της, έφεραν τη FIFA πιο κοντά στην πολιτική εξουσία από ποτέ.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η ιδιαίτερα στενή σχέση του Ινφαντίνο με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ. Οι συχνές κοινές εμφανίσεις των δύο ανδρών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ φιλοξενούν κορυφαίες διοργανώσεις της FIFA, προκάλεσαν αμηχανία ακόμη και μέσα στους κόλπους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Επίσης η πρωτοβουλία του Ινφαντίνο να ανακαλύψει νέο Βραβείο Ειρήνης της FIFA, το οποίο απονεμήθηκε στον Τραμπ, επειδή δεν του δινόταν το Νόμπελ προκάλεσε επίσης ειρωνικά χαμόγελα. Για τους επικριτές του Ινφαντίνο, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτέλεσε ακόμη μία ένδειξη ότι η FIFA λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με πολιτικά, παρά αμιγώς ποδοσφαιρικά, κριτήρια.
Αντίστοιχη συζήτηση προκάλεσαν και όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Παγκοσμίου Κυπέλλου, όταν η αναστολή της ποινής ποδοσφαιριστή της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ, ο οποίος είχε αποβληθεί με κόκκινη κάρτα, αποδόθηκε από επικριτές του Ινφαντίνο σε πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν μετά από παρέμβαση του Λευκού Οίκου. Αν και η FIFA υποστήριξε ότι ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες, η υπόθεση αναζωπύρωσε τις κατηγορίες περί υπερβολικής εγγύτητας της ηγεσίας της με την κυβέρνηση Τραμπ.
Οι δηλώσεις που σήμερα αποκτούν άλλη βαρύτητα
Μέσα σε αυτό το κλίμα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον δηλώσεις που είχε κάνει ο Ινφαντίνο λίγο πριν από την έναρξη του πρόσφατου Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Σε συνέντευξή του στην Πόλη του Μεξικού, ερωτήθηκε για τις υψηλές τιμές των εισιτηρίων. Εκείνος, όμως, χωρίς να του έχει τεθεί σχετικό ερώτημα, επέλεξε να αναφερθεί στις κατηγορίες ότι χρησιμοποιεί τα οικονομικά της FIFA για να εξασφαλίζει πολιτική στήριξη από τις εθνικές ομοσπονδίες.
«Έχω ακούσει να λένε ότι αυτά τα χρήματα πηγαίνουν στις ομοσπονδίες για να διατηρώ την εξουσία μου», είχε δηλώσει.
«Πείτε μου πού αλλού θα έπρεπε να πηγαίνουν; Να χρηματοδοτούν διεφθαρμένες πρακτικές; Δεν το πιστεύω. Τα χρήματα πηγαίνουν στις ομοσπονδίες, ελέγχονται και επενδύονται ώστε να δίνουν στα παιδιά ελπίδες και όνειρα.»
Στη συνέχεια υπερασπίστηκε με ιδιαίτερη έμφαση το εκλογικό μοντέλο της FIFA.
«Αν αποδεχόμαστε τη δημοκρατία, πρέπει να αποδεχόμαστε και την αρχή "ένα μέλος, μία ψήφος". Υπήρχαν κάποτε μεσαιωνικά συστήματα όπου οι πλούσιοι είχαν περισσότερες ψήφους από τους φτωχούς. Ίσως κάποιοι να θέλουν να επιστρέψουν σε αυτά.»
Η αναφορά θεωρείται από πολλούς έμμεση αιχμή προς την Ευρώπη, η οποία διαχρονικά επιθυμεί μεγαλύτερη επιρροή στη λήψη αποφάσεων, καθώς συγκεντρώνει τις ισχυρότερες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις και το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών εσόδων του αθλήματος.
Ο Τσέφεριν βγαίνει μπροστά
Εάν τα προηγούμενα χρόνια οι σχέσεις των δύο πλευρών χαρακτηρίζονταν από ψυχρότητα, πλέον η σύγκρουση διεξάγεται δημόσια.
Ο Αλεξάντερ Τσέφεριν ηγείται της ευρωπαϊκής αμφισβήτησης απέναντι στον Ινφαντίνο. Υπό την καθοδήγησή του, η UEFA απέσυρε τη στήριξή της προς τον πρόεδρο της FIFA, προειδοποίησε ακόμη και με προσφυγές στη Δικαιοσύνη για την υπόθεση της εταιρείας που θα διαχειριζόταν τα εμπορικά δικαιώματα του Παγκοσμίου Κυπέλλου και, σύμφωνα με τη Σουηδική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, έχει ήδη αρχίσει να αναζητά κοινό υποψήφιο για τις εκλογές του 2027.
Η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία υποστηρίζει ότι το σχέδιο της FIFA υποτιμούσε την πραγματική αξία του Παγκοσμίου Κυπέλλου και θα παραχωρούσε υπερβολικά μεγάλη επιρροή σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια. Σημειώνεται ότι την Τρίτη (4/8) η Ελλάδα προστέθηκε επίσημα στις χώρες που απέσυραν την υποστήριξή τους στην υποψηφιότητα του Ελβετού παράγοντα.
Ωστόσο, η στάση της UEFA δεν μένει στο απυρόβλητο.Παρά την εικόνα που επιχειρεί να καλλιεργήσει ως προστάτιδα του ποδοσφαίρου απέναντι στην υπερβολική εμπορευματοποίηση, η ίδια έχει δεχθεί έντονη κριτική για επιλογές που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το νέο φορμάτ του Champions League, με περισσότερους αγώνες, μεγαλύτερο εμπορικό αποτύπωμα και σημαντικά αυξημένα έσοδα, αλλά και έντονες αντιδράσεις από συλλόγους, ποδοσφαιριστές και φιλάθλους για την επιβάρυνση του ήδη ασφυκτικού αγωνιστικού καλενταριού.
Πίσω από τη σκληρή στάση της UEFA βρίσκονται και βαθύτερα στρατηγικά συμφέροντα. Σύμφωνα με τους επικριτές του Ινφαντίνο, το σχέδιο για την είσοδο ιδιωτών επενδυτών στα εμπορικά δικαιώματα του Παγκοσμίου Κυπέλλου προωθήθηκε με ελάχιστη διαβούλευση, χωρίς την απαιτούμενη διαφάνεια και υπό ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, γεγονός που ερμηνεύθηκε από αρκετές ομοσπονδίες ως προσπάθεια επιβολής ενός τετελεσμένου. Παράλληλα, εάν η συμφωνία προχωρούσε, θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά τις ισορροπίες στο διεθνές ποδόσφαιρο. Η είσοδος επενδυτών με στόχο την απόδοση των κεφαλαίων τους θα δημιουργούσε, σύμφωνα με τους επικριτές, ισχυρά κίνητρα για ακόμη μεγαλύτερη εμπορική εκμετάλλευση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ένα από τα σενάρια που συζητήθηκαν ήταν η διεξαγωγή της διοργάνωσης ανά διετία αντί για κάθε τέσσερα χρόνια, κάτι που θα υποβάθμιζε αναπόφευκτα το Euro, θα περιόριζε την εμπορική και πολιτική επιρροή της UEFA και θα μετέφερε ακόμη μεγαλύτερο μέρος των εσόδων και της ισχύος προς τη FIFA.
Με άλλα λόγια, η σημερινή αντιπαράθεση δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως σύγκρουση ανάμεσα σε μια «καλή» UEFA και μια «κακή» FIFA. Περισσότερο θυμίζει μάχη ισχύος ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους θεσμούς του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, οι οποίοι συγκρούονται για το ποιος θα καθορίζει το μέλλον –και κυρίως τη διαχείριση– ενός αθλήματος που παράγει δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο.
Γιατί ο Ινφαντίνο παραμένει φαβορί
Παρά τη σφοδρότητα της ευρωπαϊκής επίθεσης, η απομάκρυνση του Τζιάνι Ινφαντίνο μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι.
Ο βασικός λόγος βρίσκεται στον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της FIFA. Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, κάθε μία από τις 211 εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες διαθέτει ακριβώς μία ψήφο, ανεξάρτητα από το μέγεθος, την αγωνιστική δυναμική ή την οικονομική της ισχύ. Η Ισπανία διαθέτει την ίδια βαρύτητα με το Σαν Μαρίνο, η Βραζιλία με τα νησιά Κουκ.
Πρόκειται για ένα σύστημα που ο Ινφαντίνο υπερασπίζεται με συνέπεια, παρουσιάζοντάς το ως την πιο δημοκρατική έκφραση του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Οι αντίπαλοί του, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι του επιτρέπει να οικοδομεί σταθερές πολιτικές συμμαχίες μέσω των γενναιόδωρων χρηματοδοτήσεων που λαμβάνουν οι μικρότερες ομοσπονδίες από τα αναπτυξιακά προγράμματα της FIFA.
Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την κριτική.
«Τα χρήματα πηγαίνουν στις ομοσπονδίες για να αναπτύξουν το ποδόσφαιρο και να δώσουν στα παιδιά ελπίδες και όνειρα», είχε απαντήσει στις αιτιάσεις ότι οι πόροι χρησιμοποιούνται ως εργαλείο εξασφάλισης ψήφων.
Ωστόσο, πολιτικά το σύστημα λειτουργεί υπέρ του. Ακόμη και αν όλες οι ευρωπαϊκές ομοσπονδίες, μαζί με εκείνες της Βόρειας και Κεντρικής Αμερικής (CONCACAF), καταψήφιζαν τον Ινφαντίνο σε μια ψηφοφορία δυσπιστίας ή στις επόμενες προεδρικές εκλογές, οι ψήφοι τους δεν αρκούν για να διαμορφώσουν πλειοψηφία.
Με απλά λόγια, η UEFA δεν μπορεί να αλλάξει μόνη της την ηγεσία της FIFA.
Η μάχη για τον υπόλοιπο κόσμο
Αυτό εξηγεί γιατί ο Ινφαντίνο επιχειρεί να μετατρέψει τη σύγκρουση σε κάτι πολύ ευρύτερο από μια ευρωπαϊκή διαφωνία.
Το αφήγημά του είναι ότι η UEFA εκπροσωπεί τις παραδοσιακές ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις που επιδιώκουν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, ενώ η FIFA εκφράζει τις μικρότερες ομοσπονδίες της Αφρικής, της Ασίας, της Ωκεανίας και της Καραϊβικής, οι οποίες επί δεκαετίες είχαν περιορισμένη πρόσβαση στους οικονομικούς πόρους του αθλήματος.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια η FIFA έχει αυξήσει σημαντικά τα κονδύλια ανάπτυξης προς αυτές τις ομοσπονδίες, ενώ παράλληλα επέκτεινε το Παγκόσμιο Κύπελλο σε 48 ομάδες, μια απόφαση που ευνόησε κυρίως τις μικρότερες ποδοσφαιρικές αγορές.
Οι επικριτές του Ινφαντίνο βλέπουν σε αυτές τις κινήσεις μια μακροπρόθεσμη στρατηγική πολιτικής επιβίωσης.
Οι υποστηρικτές του, αντίθετα, μιλούν για την πρώτη πραγματικά παγκόσμια αναδιανομή πόρων στην ιστορία της FIFA.
Οι σύμμαχοι του Ινφαντίνο
Παρά τη σφοδρή πίεση που δέχεται από την Ευρώπη, ο Ινφαντίνο εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά διεθνή ερείσματα.
Μεταξύ των χωρών που έχουν εκφράσει δημόσια τη στήριξή τους συγκαταλέγονται το Κατάρ –όπου ο ίδιος έχει μεταφέρει ουσιαστικά το κέντρο των δραστηριοτήτων του–, ο Λίβανος, του οποίου απέκτησε την υπηκοότητα πέρυσι, καθώς και το Μαρόκο, που φιλοξενεί περιφερειακά γραφεία της FIFA και θα συνδιοργανώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2030.
Στο παρασκήνιο υπήρξαν ακόμη και πληροφορίες ότι ο Ινφαντίνο επιδίωκε τηλεφωνική επικοινωνία με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε μια περίοδο που η κρίση κορυφωνόταν. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, πάντως, διέψευσε ότι υπήρχε προγραμματισμένη συνομιλία.
Το περιστατικό ήρθε να ενισχύσει την εικόνα ενός προέδρου που δεν διστάζει να αξιοποιεί τις πολιτικές του επαφές στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στοιχείο που αποτελεί διαχρονικό σημείο κριτικής από τους αντιπάλους του.
Ένα ποδόσφαιρο στα δύο
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν ο Αλεξάντερ Τσέφεριν θα επιχειρήσει να προκαλέσει μια άμεση ψηφοφορία δυσπιστίας ή αν θα επιλέξει να οργανώσει συστηματικά την πρόκληση των προεδρικών εκλογών του 2027.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η UEFA εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα: από νομικές προσφυγές μέχρι συντονισμένες πολιτικές πρωτοβουλίες εντός της FIFA. Στο παρασκήνιο έχει συζητηθεί ακόμη και το ενδεχόμενο αποχής ευρωπαϊκών χωρών από διοργανώσεις της FIFA, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο Γυναικών Κ-20 στην Πολωνία, αν και προς το παρόν ένα τέτοιο σενάριο μοιάζει περισσότερο ως μέσο πίεσης παρά ως άμεση επιλογή.
Από την άλλη πλευρά, ο Ινφαντίνο δεν δείχνει διατεθειμένος να κάνει πίσω. Δεν έχει ζητήσει συγγνώμη για την αποτυχημένη συμφωνία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ούτε έχει αναγνωρίσει ότι υπήρξαν λάθη στους χειρισμούς του. Αντίθετα, παραμένει πεπεισμένος ότι η πλειοψηφία των ομοσπονδιών εξακολουθεί να βρίσκεται στο πλευρό του.
Η πραγματική διακύβευση
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ινφαντίνο και τον Τσέφεριν ξεπερνά κατά πολύ μια διαφωνία για μια επιχειρηματική συμφωνία.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια σύγκρουση γύρω από το ποιος θα ελέγχει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο την επόμενη δεκαετία. Από τη μία βρίσκεται η UEFA, η οποία θεωρεί ότι η FIFA έχει απομακρυνθεί από τις αρχές της διαφάνειας και της χρηστής διακυβέρνησης. Από την άλλη, ο Ινφαντίνο υποστηρίζει ότι η Ευρώπη αδυνατεί να αποδεχθεί πως δεν αποτελεί πλέον το απόλυτο κέντρο λήψης αποφάσεων στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.
Η ειρωνεία είναι ότι και οι δύο πλευρές επικαλούνται την προστασία του αθλήματος, ενώ αμφότερες έχουν κατηγορηθεί ότι συνέβαλαν στη μετατροπή του σε ένα ολοένα πιο εμπορευματοποιημένο προϊόν.
Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση αυτή δεν πρόκειται να λήξει σύντομα. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι μέχρι τις εκλογές του 2027 η FIFA θα λειτουργεί σε ένα περιβάλλον διαρκούς πολιτικής αντιπαράθεσης, με κάθε μεγάλη απόφαση –από τις εμπορικές συμφωνίες και τις διεθνείς διοργανώσεις έως τις αναθέσεις Παγκοσμίων Κυπέλλων– να αποκτά και έντονη γεωπολιτική διάσταση.
Για πρώτη φορά μετά την πτώση του Σεπ Μπλάτερ, η ηγεσία της FIFA δεν αμφισβητείται απλώς στο παρασκήνιο. Αμφισβητείται ανοιχτά, οργανωμένα και δημόσια. Το αν ο Αλεξάντερ Τσέφεριν θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την αμφισβήτηση σε αλλαγή εξουσίας παραμένει αβέβαιο. Εκείνο που μοιάζει βέβαιο είναι ότι το παγκόσμιο ποδόσφαιρο έχει ήδη εισέλθει στη μεγαλύτερη θεσμική και πολιτική κρίση των τελευταίων ετών.





