Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η απόφαση αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της αυξανόμενης δυσανεξίας των ρωσικών αρχών απέναντι στις αντιπολεμικές φωνές και περιορίζει ακόμη περισσότερο τον ήδη ασφυκτικό χώρο για πολιτική διαφωνία στη Ρωσία.
«Ο αποκλεισμός του Γιάμπλοκο από τις εκλογές σημαίνει ότι αρνούμαστε τον διάλογο με ανθρώπους που θέτουν ερωτήματα άβολα για τις αρχές», δήλωσε ο επικεφαλής του κόμματος, Νικολάι Ριμπάκοφ, ο οποίος δεσμεύτηκε να προσφύγει κατά της απόφασης, σύμφωνα με μετάδοση του Reuters.
Το δικαστήριο δικαίωσε προσφυγή του μικρού, φιλοκρεμλινικού εθνικιστικού κόμματος Ροντίνα (Rodina), το οποίο ζητούσε τον αποκλεισμό του Γιάμπλοκο από τις εκλογές. Το Ροντίνα κατηγόρησε το κόμμα ότι είχε λάβει μη δηλωμένη προεκλογική υποστήριξη, μεταξύ άλλων και από δυτικές πηγές.
Κατά τη διάρκεια της πολύωρης ακροαματικής διαδικασίας, ο Ριμπάκοφ υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις κατηγορίες. Χαρακτήρισε την υπόθεση αντισυνταγματική επίθεση στην ελευθερία της σκέψης, υποστηρίζοντας ότι πολιτικοί αντίπαλοι επιχειρούν να απομακρύνουν έναν ανταγωνιστή από το εκλογικό πεδίο.
«Θέλουμε ειρήνη»
Έξω από το δικαστήριο, σε μια σπάνια εικόνα δημόσιας αμφισβήτησης, συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες υποστηρικτές του Γιάμπλοκο, στην πλειονότητά τους νέοι, ενώ ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονταν στην περιοχή.
Κάποιοι κρατούσαν μήλα, θέλοντας να δηλώσουν την υποστήριξή τους στο κόμμα - «Yabloko» σημαίνει «μήλο» στα ρωσικά. Ένας από τους συγκεντρωμένους φορούσε τη ρωσική σημαία σαν κάπα.
«Θεωρούμε απαραίτητο να δείξουμε ότι είμαστε πολλοί και ότι είμαστε ενωμένοι στην υποστήριξή μας προς αυτό το κόμμα, γιατί όλοι θέλουμε ειρήνη», δήλωσε μια υποστηρίκτρια, η Γεβγκένια.
Κάποτε μία από τις σημαντικότερες φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της μετασοβιετικής Ρωσίας, το Γιάμπλοκο διαθέτει σήμερα μόλις λίγες έδρες σε περιφερειακά κοινοβούλια και καμία στο εθνικό κοινοβούλιο.
Στη Δούμα, το κόμμα Ενωμένη Ρωσία, που στηρίζει τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, καθώς και άλλες ευρύτερα φιλοκρεμλινικές δυνάμεις, αναμένεται να διατηρήσουν την κυριαρχία τους και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Ωστόσο, η προεκλογική περίοδος είχε προσφέρει στο Γιάμπλοκο μια σπάνια ευκαιρία να ακουστεί περισσότερο, καθώς το κόμμα ζητούσε από τη Ρωσία να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία. Το Κρεμλίνο έχει επανειλημμένα απορρίψει μια τέτοια πρόταση, υποστηρίζοντας ότι επιδιώκει μια συνολική συμφωνία που θα ικανοποιεί τους δικούς του όρους.
Η στήριξη στον πόλεμο υποχωρεί
Ο αποκλεισμός του Γιάμπλοκο έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτικά συγκυρία για το Κρεμλίνο, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές και ο πόλεμος επηρεάζει ολοένα περισσότερο την καθημερινότητα των Ρώσων.
Ουκρανικά drones μεγάλου βεληνεκούς έχουν επανειλημμένα πλήξει ενεργειακές υποδομές και κόμβους μεταφορών και logistics στη Ρωσία, προκαλώντας προβλήματα στον ανεφοδιασμό καυσίμων και πλήττοντας επιχειρήσεις.
Το πραγματικό μέγεθος της αντίθεσης στον πόλεμο είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, λόγω των αυστηρών περιορισμών που έχουν επιβληθεί σε κάθε μορφή δημόσιας διαφωνίας.
Ωστόσο, σύμφωνα με το ανεξάρτητο ερευνητικό κέντρο Levada, το 66% των Ρώσων δήλωσε τον Ιούλιο ότι στηρίζει τις ενέργειες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στην Ουκρανία. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό από τον Φεβρουάριο του 2022.
«Είναι προφανές ότι η απαίτηση για ειρήνη και ελευθερία έχει αποδειχθεί σήμερα σημαντικά ισχυρότερη απ’ ό,τι υπολόγιζαν οι αρχές», δήλωσε ο Ριμπάκοφ.
Επικαλούμενες λόγους εθνικής ασφάλειας, οι ρωσικές αρχές έχουν θεσπίσει ολοένα αυστηρότερους νόμους λογοκρισίας και περιορισμού της έκφρασης μετά την έναρξη του πολέμου. Οι νόμοι αυτοί έχουν χρησιμοποιηθεί για την καταστολή όσων τάσσονται κατά της εισβολής, οδηγώντας πολλούς ακτιβιστές και ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Τον περασμένο μήνα, ο πολιτικός Μπόρις Ναντιέζντιν, ο οποίος είχε επιχειρήσει να κατέβει στις εκλογές με αντιπολεμικό πρόγραμμα, χαρακτηρίστηκε «ξένος πράκτορας». Στη συνέχεια εγκατέλειψε τη Ρωσία.
Η απόφαση κατά του Γιάμπλοκο αφήνει πλέον ακόμη λιγότερο χώρο για μια οργανωμένη, δημόσια και εκλογικά εκφρασμένη αντιπολεμική φωνή στο ρωσικό πολιτικό σύστημα.





