Το 2025, οι επιχειρήσεις στη Γερμανία διέθεσαν κατά μέσο όρο το 9,3% των επενδύσεών τους σε μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στο πλαίσιο της δικής τους δραστηριότητας. Για το 2026, σχεδιάζουν να αυξήσουν το ποσοστό αυτό στο 10,6%, ενώ για το 2027 προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 10,5%, σύμφωνα με έρευνα του ifo Institute.
«Οι επιχειρήσεις δεν σχεδιάζουν κάποια σημαντική αύξηση – και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες για επενδύσεις φιλικές προς το κλίμα είναι πιθανό να κορυφωθούν, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί από τη Συμφωνία του Παρισιού και την ίδια τη γερμανική κυβέρνηση», δήλωσε ο ερευνητής του ifo, Γκερόμε Βολφ.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται μεταξύ των κλάδων της οικονομίας. Οι επιχειρήσεις του τομέα των υπηρεσιών σχεδιάζουν να κατευθύνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των επενδύσεών τους σε δράσεις για το κλίμα το 2026, με 12,2%, ενώ ακολουθούν οι κατασκευές με 10,5%. Στη μεταποίηση το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 8,8% και στο εμπόριο σε 8,5%.
Οι κατασκευές αποτελούν τον μοναδικό κλάδο που σχεδιάζει να αυξήσει περαιτέρω το ποσοστό και το 2027, στο 11,2%.
Η έρευνα βασίζεται στην Έρευνα Επιχειρήσεων του ifo που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2026. Οι επιχειρήσεις κλήθηκαν να αναφέρουν το ποσοστό των επενδύσεων που πραγματοποίησαν ή σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν σε έργα για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής.
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται επενδύσεις που είτε μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, είτε βελτιώνουν την ενεργειακή αποδοτικότητα, είτε αποσκοπούν στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Τα ποσοστά που παρουσιάζονται αποτελούν τους μέσους όρους των ποσοστών που δήλωσαν οι επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, μια μεταβολή στο ποσοστό δεν δείχνει απαραίτητα ότι μια επιχείρηση επενδύει συνολικά περισσότερα ή λιγότερα χρήματα.
Η συγκεκριμένη έρευνα δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει γιατί το ποσοστό των επενδύσεων για το κλίμα δεν αυξάνεται περισσότερο.
«Είναι πιθανό ότι, υπό το βάρος της μειωμένης ανταγωνιστικότητας στις εξαγωγικές αγορές και των αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων, οι επιχειρήσεις έχουν θέσει διαφορετικές προτεραιότητες», σημείωσε ο Βολφ.
Πρόσφατη μελέτη του ifo Institute δείχνει ότι η διστακτικότητα των επιχειρήσεων να επενδύσουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μπορεί, μεταξύ άλλων, να συνδέεται με την υψηλή αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την οικονομική πολιτική.
«Μια υψηλή τιμή άνθρακα από μόνη της δεν αρκεί για να καταστήσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων μη ελκυστική και να πείσει τις επιχειρήσεις να στραφούν σε εγκαταστάσεις φιλικές προς το κλίμα, όταν η πορεία των τιμών των εκπομπών παραμένει ιδιαίτερα αβέβαιη. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις χρειάζονται πρωτίστως ένα σταθερό και αξιόπιστο πλαίσιο για να προχωρήσουν στην ενεργειακή μετάβαση», τόνισε ο Βολφ.



