• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ελλάδα: 75η στον κόσμο στην ισότητα των φύλων – Στην 98η θέση στις οικονομικές ευκαιρίες
18:17 - 16 Σεπ 2026

Ελλάδα: 75η στον κόσμο στην ισότητα των φύλων – Στην 98η θέση στις οικονομικές ευκαιρίες

Με αργούς ρυθμούς προχωρά η παγκόσμια προσπάθεια για την επίτευξη ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί στην εκπαίδευση και την υγεία. Σύμφωνα με το Global Gender Gap Report 2026 του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF), έχει καλυφθεί μέχρι σήμερα το 69,2% του παγκόσμιου χάσματος μεταξύ των δύο φύλων.

Εφόσον η πρόοδος συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, το WEF εκτιμά ότι θα χρειαστούν περίπου 120 χρόνια για να κλείσει πλήρως το χάσμα. Πρόκειται για προβολή που βασίζεται στην έως τώρα πορεία και όχι για προκαθορισμένη ημερομηνία επίτευξης της ισότητας.

Το οικονομικό κόστος της ανισότητας είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Με βάση τους υπολογισμούς του WEF, η εξάλειψη του χάσματος στη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και στην εκπροσώπηση σε διοικητικές θέσεις θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 7 τρισ. δολάρια στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Σε ένα υποθετικό σενάριο πλήρους ισότητας, τα δυνητικά οικονομικά οφέλη εκτιμώνται μεταξύ 22 και 28 τρισ. δολαρίων.

Η Ισλανδία στην κορυφή – Οι μεγάλες οικονομίες της Ασίας χαμηλότερα

Καμία από τις 145 οικονομίες που περιλαμβάνονται στην έκθεση δεν έχει επιτύχει πλήρη ισότητα στους τέσσερις βασικούς πυλώνες του δείκτη: οικονομική συμμετοχή και ευκαιρίες, εκπαίδευση, υγεία και πολιτική ενδυνάμωση.

Η Ισλανδία διατηρεί την πρώτη θέση για 17η διαδοχική χρονιά, έχοντας καλύψει το 93% του χάσματος και αποτελώντας τη μοναδική χώρα με επίδοση άνω του 90%.

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Φινλανδία, με 87,2%, και στην τρίτη η Νορβηγία, με 85,7%. Ακολουθεί η Ναμίμπια, με 84,5%, επίδοση που καταδεικνύει ότι η οικονομική ισχύς μιας χώρας δεν συνδέεται απαραίτητα με την κατάταξή της ως προς την ισότητα των φύλων.

Την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία, η Αυστραλία, η Γερμανία και η Ιρλανδία.

Στην άλλη πλευρά της κατάταξης, οι ΗΠΑ βρίσκονται στην 47η θέση, η Κίνα στην 96η, η Ιαπωνία στην 117η και η Ινδία στην 131η. Στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται το Τσαντ, το Ιράν, το Πακιστάν και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Ο δείκτης του WEF αποτυπώνει τις διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών και όχι το συνολικό επίπεδο ευημερίας ή την ποιότητα ζωής σε κάθε χώρα. Ως εκ τούτου, μια οικονομικά ισχυρότερη χώρα μπορεί να κατατάσσεται χαμηλότερα από μια οικονομικά ασθενέστερη, εφόσον οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων είναι μεγαλύτερες.

Η Ευρώπη στην πρώτη θέση μεταξύ των περιφερειών

Σε περιφερειακό επίπεδο, η Ευρώπη βρίσκεται στην πρώτη θέση, έχοντας καλύψει το 75,7% του χάσματος. Ακολουθούν η Βόρεια Αμερική με 75,2% και η Λατινική Αμερική και Καραϊβική με 74,5%.

Η Λατινική Αμερική και Καραϊβική παρουσιάζει, σύμφωνα με την έκθεση, την ταχύτερη μακροχρόνια πορεία σύγκλισης. Με βάση τον σημερινό ρυθμό προόδου, το WEF εκτιμά ότι θα χρειαστούν περίπου 60 χρόνια για την πλήρη ισότητα στην περιοχή, έναντι περίπου 70 ετών στην Ευρώπη.

Χαμηλότερα βρίσκονται η Νότια Ασία, με 64,5%, και η Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, με 62,5%.

Οι περιφερειακοί μέσοι όροι, ωστόσο, δεν αποτυπώνουν τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των επιμέρους χωρών. Ενδεικτικά, στην υποσαχάρια Αφρική συνυπάρχουν η Ναμίμπια, που καταλαμβάνει την τέταρτη θέση παγκοσμίως, και το Τσαντ, που βρίσκεται στην τελευταία θέση της κατάταξης.

Εκπαίδευση και υγεία κοντά στην ισότητα, οικονομία και πολιτική πολύ πίσω

Η μεγαλύτερη απόσταση εντοπίζεται στους τομείς που συνδέονται με την οικονομική και πολιτική ισχύ.

Σε παγκόσμιο επίπεδο έχει καλυφθεί το 96,9% του εκπαιδευτικού χάσματος και το 96,2% του χάσματος στον τομέα της υγείας. Αντίθετα, η οικονομική συμμετοχή και οι ευκαιρίες έχουν φτάσει μόλις στο 61,7%, ενώ η πολιτική ενδυνάμωση περιορίζεται στο 22,1%.

Τα στοιχεία δείχνουν, επομένως, ότι η πρόοδος στην πρόσβαση στην εκπαίδευση δεν μεταφράζεται με τον ίδιο ρυθμό σε ίση πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στο εισόδημα και στη λήψη αποφάσεων.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από τα στοιχεία του LinkedIn που περιλαμβάνει το WEF. Η γυναικεία εκπροσώπηση μειώνεται από 46% στις εισαγωγικές επαγγελματικές βαθμίδες σε μόλις 23% στις κορυφαίες εκτελεστικές θέσεις.

Ελλάδα: 75η στον κόσμο, αλλά 98η στην οικονομική συμμετοχή

Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 75η θέση παγκοσμίως και την 32η μεταξύ των 40 ευρωπαϊκών οικονομιών που περιλαμβάνονται στην έκθεση.

Η χώρα έχει καλύψει το 71,4% του χάσματος, ποσοστό υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, αλλά χαμηλότερο κατά 4,3 ποσοστιαίες μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σε σχέση με το 2025, η Ελλάδα βελτιώνει τη συνολική θέση της κατά δύο θέσεις. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανά πυλώνα.

Στην οικονομική συμμετοχή και τις ευκαιρίες, η Ελλάδα υποχωρεί από την 87η στην 98η θέση. Η βαθμολογία της συγκεκριμένης κατηγορίας μειώνεται οριακά από 67% σε 66,9%.

Η πτώση κατά 11 θέσεις δεν συνεπάγεται αντίστοιχη επιδείνωση των ίδιων των ελληνικών επιδόσεων. Αντανακλά, ωστόσο, απώλεια θέσεων στη διεθνή κατάταξη, καθώς άλλες χώρες εμφανίζονται να σημειώνουν ταχύτερη πρόοδο.

Αντίθετα, σημαντική βελτίωση καταγράφεται στον πυλώνα της πολιτικής ενδυνάμωσης. Η ελληνική βαθμολογία αυξάνεται από 20,6% σε 23%, ενώ η θέση της χώρας βελτιώνεται από την 81η στην 69η.

Παρά την πρόοδο, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι γυναίκες καταλαμβάνουν το 23,91% των κοινοβουλευτικών εδρών και το 25% των υπουργικών θέσεων.

Η συμμετοχή στην εργασία και το εισόδημα

Το χάσμα στην ελληνική αγορά εργασίας γίνεται εμφανές ήδη από το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.

Η συμμετοχή των γυναικών ανέρχεται σε 45,73%, έναντι 60,54% των ανδρών, με τη διαφορά να προσεγγίζει τις 15 ποσοστιαίες μονάδες.

Μεγαλύτερη απόσταση καταγράφεται και στο εκτιμώμενο ετήσιο εισόδημα από εργασία ανά κάτοικο. Για τις γυναίκες ανέρχεται σε περίπου 29.500 διεθνή δολάρια, ενώ για τους άνδρες σε 45.960 δολάρια.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το γυναικείο εισόδημα αντιστοιχεί στο 64,2% του ανδρικού. Πρόκειται για εκτίμηση σε όρους αγοραστικής δύναμης και όχι για άμεση σύγκριση των αποδοχών ανδρών και γυναικών που εργάζονται στην ίδια θέση.

Στον ξεχωριστό δείκτη για την ισότητα αμοιβών σε παρόμοια εργασία, ο οποίος βασίζεται σε έρευνα μεταξύ επιχειρηματικών στελεχών, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 103η θέση.

Τα συμπληρωματικά στοιχεία της έκθεσης καταγράφουν επίσης ανεργία 11,19% στις γυναίκες ηλικίας 15–64 ετών, έναντι 7,06% στους άνδρες. Η μερική απασχόληση αφορά το 8,66% των εργαζόμενων γυναικών, έναντι 3,03% των ανδρών.

Το WEF επισημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τις διαθέσιμες περιόδους αναφοράς των επιμέρους πηγών και, συνεπώς, δεν αποτελούν στο σύνολό τους μετρήσεις που αφορούν αποκλειστικά το 2026.

Το εκπαιδευτικό χάσμα έχει σχεδόν κλείσει

Στην εκπαίδευση, η εικόνα της Ελλάδας είναι αισθητά διαφορετική. Η χώρα έχει καλύψει το 99,4% του χάσματος μεταξύ των δύο φύλων, γεγονός που δείχνει ότι η πρόσβαση στην εκπαίδευση έχει σε μεγάλο βαθμό εξισωθεί.

Η εικόνα αλλάζει όταν η εκπαίδευση μετατρέπεται σε επαγγελματική και διοικητική εκπροσώπηση.

Οι γυναίκες καταλαμβάνουν το 29,8% των θέσεων στα διοικητικά συμβούλια που καλύπτει ο σχετικός δείκτης, ενώ μόλις το 15,64% των επιχειρήσεων του αντίστοιχου δείγματος διαθέτει γυναίκα στην ανώτατη διοίκηση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κατανομή των σπουδών στους κλάδους STEM, δηλαδή στις επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική και τα μαθηματικά. Οι συγκεκριμένες σπουδές αντιστοιχούν στο 17,8% των γυναικών αποφοίτων, έναντι 38,74% των ανδρών.

Στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, η απόσταση είναι επίσης σημαντική: τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώνονται σε 2,1% για τις γυναίκες και 5,91% για τους άνδρες.

Η εικόνα που προκύπτει από την έκθεση είναι ότι το χάσμα μεταξύ των φύλων έχει περιοριστεί σημαντικά στην εκπαίδευση, χωρίς όμως η πρόοδος αυτή να έχει μεταφερθεί στον ίδιο βαθμό στην απασχόληση, στο εισόδημα και στις θέσεις οικονομικής και πολιτικής ευθύνης. Για την Ελλάδα, η πρόκληση εντοπίζεται επομένως όχι μόνο στην πρόσβαση στη γνώση, αλλά και στη μετατροπή των εκπαιδευτικών προσόντων σε ίσες επαγγελματικές και οικονομικές ευκαιρίες.