Σχετική ανάλυση των Financial Times υπογραμμίζει πως οι κρατικές παρεμβάσεις έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά τους τέσσερις τελευταίους μήνες.
Στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας δείχνουν ότι οι χώρες που εφαρμόζουν επιδοτήσεις καυσίμων αυξήθηκαν από 16 σε 38 έως τις αρχές Σεπτεμβρίου.
Την ίδια ώρα, 57 κυβερνήσεις έχουν μειώσει τους φόρους στην ενέργεια, έναντι 40 στα τέλη Απριλίου, ενώ συνολικά οι χώρες που εφαρμόζουν κάποια μορφή στήριξης των καταναλωτών αυξήθηκαν από 56 σε 94.
Το στοίχημα του δημοσιονομικού κόστους
Το μόνιμο πρόβλημα των κυβερνήσεων είναι πως οι παρεμβάσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνεται παράλληλα και το κόστος δανεισμού.
Η πτώση στις διεθνείς αγορές ομολόγων εκτόξευσε το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, καθώς ο πληθωρισμός εντείνεται και οι κεντρικές τράπεζες προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων.
Το ΔΝΤ, όπως και άλλοι διεθνείς οργανισμοί, έχει ζητήσει από τις κυβερνήσεις να περιορίζουν τις ενεργειακές παρεμβάσεις σε στοχευμένα και προσωρινά μέτρα, προκειμένου να συγκρατείται η επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών.
Όπως σημειώνει στους FT ο Πάασα Μαντάβι, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, το βασικό πρόβλημα για τις κυβερνήσεις είναι ότι από τη στιγμή που εφαρμόζουν ένα μέτρο στήριξης για την ανακούφιση των πολιτών, η απόφαση για την κατάργησή του αποκτά πολύ μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.
«Καμπανάκι» Ντομπρόβσκις
Τις ανησυχίες του εξέφρασε και ο επίτροπος Οικονομίας της ΕΕ Βάλντις Ντομπρόβσκις, με αφορμή τη «σημαντική αύξηση» των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
Ο Ντομπρόβσκις κάλεσε τα κράτη – μέλη της ΕΕ να επιλέγουν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές και να είναι προσηλωμένα στους δημοσιονομικούς τους στόχους και τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά τους σχέδια.
Τα αποθέματα στερεύουν
Κι όλα αυτά τη στιγμή που η Ευρώπη ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τον επερχόμενο χειμώνα με τα αποθέματα της σε φυσικό αέριο να βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό. Καθώς οι αποθήκες δεν έχουν πλέον να προσφέρουν όσα παλαιότερα, οι λογαριασμοί αναμένεται να «φουσκώσουν», ενώ ήδη οι τιμές χονδρικής έχουν πάρει την ανηφόρα.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε ότι οι χώρες της G7 θα συζητήσουν τις επόμενες εβδομάδες το ενδεχόμενο νέας αποδέσμευσης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων.
Ούτε πρόκειται για μία κατάσταση που πλήττει μόνον την Ευρώπη, αφού και η Ασία και η Αφρική αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα.
Η Ινδονησία, η Μαλαισία και η Ταϊλάνδη διατηρούν σε ισχύ επιδοτήσεις για τις τιμές των καυσίμων, με την εκτίναξη του πετρελαίου να μεταφράζεται σε ολοένα μεγαλύτερη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Η Ινδονησία έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει να στηρίζει τις τιμές μέσω των επιδοτήσεων, ενώ η Ταϊλάνδη έχει αρχίσει από τον Μάρτιο να περιορίζει τα σχετικά μέτρα, λόγω της αυξανόμενης πίεσης που δέχονται τα δημόσια οικονομικά.
Στις Φιλιππίνες, οι οποίες εξαρτώνται από τη Μέση Ανατολή για σχεδόν το 95% των πετρελαϊκών τους αναγκών, οδηγοί προχώρησαν σε κινητοποιήσεις, απαιτώντας από την κυβέρνηση να λάβει μέτρα επιδότησης των καυσίμων.
Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται και σε οικονομίες της Αφρικής. Η Μποτσουάνα μείωσε τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στα καύσιμα, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τον αντίκτυπο των υψηλών τιμών σε καταναλωτές και επιχειρήσεις, την ώρα που ο πληθωρισμός είχε ήδη υπερβεί το εύρος-στόχο 3%-6% της κεντρικής τράπεζας.
Στα $6,45 το ντίζελ στις ΗΠΑ – Πεσμένα τα αποθέματα
Ισχυρές πιέσεις από το αυξημένο ενεργειακό κόστος αντιμετωπίζουν ακόμη και οι ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως.
Σύμφωνα με την AAA, η τιμή του ντίζελ έχει ανέλθει σχεδόν στα 6,45 δολάρια το γαλόνι, σημειώνοντας άνοδο 70% από την έναρξη του πολέμου.
Μέχρι στιγμής, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει προχωρήσει σε εφαρμογή πανεθνικής φορολογικής ελάφρυνσης ή επιδότησης για τα καύσιμα. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής του ομοσπονδιακού ειδικού φόρου στη βενζίνη, ο οποίος ανέρχεται σε 18,4 σεντς ανά γαλόνι. Μια τέτοια απόφαση θα απαιτούσε, πάντως, την έγκριση του Κογκρέσου.
Όπως υπογραμμίζουν οι FT, το περιθώριο ελιγμών των κυβερνήσεων γίνεται ολοένα στενότερο.
Από τη μία πλευρά, καλούνται να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και, από την άλλη, να συγκρατήσουν τη δημοσιονομική επιβάρυνση, σε μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια παραμένουν υψηλά και οι αγορές ομολόγων δέχονται πιέσεις.



