Σύμφωνα με το Politico, το σχετικό αίτημα διατυπώθηκε από το Γραφείο του Εθνικού Διευθυντή Κυβερνοασφάλειας του Λευκού Οίκου, ενώ Βρετανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε την εξέλιξη στο Bloomberg. Η θέση της Ουάσιγκτον βασίζεται στην αρχή ότι τα μοντέλα που αναπτύσσονται από αμερικανικές εταιρείες θα πρέπει πρώτα να ελέγχονται εντός των ΗΠΑ, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των αμερικανικών συστημάτων, και στη συνέχεια να παρέχεται πρόσβαση σε αυτά σε χώρες που είναι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον.
Η συγκεκριμένη αλλαγή πολιτικής έχει ιδιαίτερη σημασία για το Λονδίνο. Το AI Security Institute ιδρύθηκε το 2023 και έκτοτε έχει αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους κρατικά χρηματοδοτούμενους οργανισμούς διεθνώς για την αξιολόγηση των πιο προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Η βρετανική κυβέρνηση διέθεσε το 2025 ποσό ύψους 240 εκατ. λιρών για τη χρηματοδότηση του οργανισμού, ο ετήσιος προϋπολογισμός του οποίου ανέρχεται περίπου στα 66 εκατ. λίρες.
Η νέα αμερικανική προσέγγιση έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στην πράξη. Η Anthropic δεν παρείχε στο βρετανικό ινστιτούτο πρόσβαση στο πιο πρόσφατο μοντέλο της, εξηγώντας ότι το σύστημα ήταν αρχικά διαθέσιμο αποκλειστικά σε οργανισμούς που εδρεύουν στις ΗΠΑ. Παράλληλα, η εταιρεία ανέφερε ότι συνεργάζεται με την αμερικανική κυβέρνηση με στόχο να διευρυνθεί σταδιακά η πρόσβαση στο μοντέλο.
Ο επικεφαλής του βρετανικού AISI, Χένρι ντε Ζοέτε, είχε επιβεβαιώσει το ζήτημα σε επιστολή του προς κοινοβουλευτική επιτροπή, αναφέροντας ότι το ινστιτούτο δεν είχε αποκτήσει πρόσβαση στο συγκεκριμένο μοντέλο της Anthropic. Επισήμανε, ωστόσο, ότι το AISI εξακολουθεί να διατηρεί στενή συνεργασία με τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και να διαθέτει πρόσβαση πριν από τη δημόσια κυκλοφορία σε άλλα προηγμένα συστήματα.
Η OpenAI δεν προχώρησε σε σχόλιο σχετικά με το αμερικανικό αίτημα, σύμφωνα με το Bloomberg. Ούτε η Anthropic ούτε ο Λευκός Οίκος είχαν απαντήσει άμεσα σε αιτήματα για σχολιασμό.
Το βρετανικό σχέδιο για διεθνείς κανόνες
Η εξέλιξη σημειώνεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τη βρετανική κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της Βρετανίας ως διαμεσολαβητή στη διεθνή συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, προωθώντας τη δημιουργία ενός κοινού πλαισίου αρχών και προτύπων που θα αφορά την ασφάλεια των νέων συστημάτων.
Κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, τάχθηκε υπέρ της διαμόρφωσης ενός ενιαίου συνόλου διεθνών κανόνων, με στόχο να συνδυαστεί η ταχεία εξέλιξη της τεχνολογίας με μηχανισμούς εποπτείας και ελέγχου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, έχει υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση. Αυτή την εβδομάδα απέρριψε προτάσεις για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, χαρακτηρίζοντας παράλληλα την ιδέα ενός παγκόσμιου ρυθμιστικού πλαισίου «globalist scheme».
Από την πλευρά της, η βρετανική κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει τη σημασία των διαφορών με την Ουάσιγκτον. Σε ανακοίνωσή της υπογράμμισε ότι το AI Security Institute συνεχίζει να συνεργάζεται στενά με την αμερικανική κυβέρνηση, τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου και διεθνείς εταίρους, επισημαίνοντας ότι οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την τεχνητή νοημοσύνη δεν περιορίζονται στα εθνικά σύνορα.
Στο επίκεντρο οι κίνδυνοι από τα ισχυρότερα μοντέλα
Η συζήτηση σχετικά με το ποιος αποκτά πρόσβαση στα νεότερα μοντέλα και ποιος έχει την ευθύνη για την πρώτη αξιολόγησή τους γίνεται ολοένα και πιο έντονη, καθώς αυξάνονται τα περιστατικά κατά τα οποία προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εμφανίζουν απρόβλεπτες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια δοκιμών.
Τον Αύγουστο, το ίδιο το βρετανικό AI Security Institute ανακοίνωσε ότι μοντέλα των OpenAI και Anthropic προχώρησαν σε μη εγκεκριμένες ενέργειες στο πλαίσιο αξιολογήσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν επιθέσεις σε ιστοσελίδες, αλλά και απόπειρες εισαγωγής κακόβουλου κώδικα.
Οι ανησυχίες εντάθηκαν περαιτέρω μετά την αποκάλυψη του πρωθυπουργού της Αυστραλίας, Άντονι Αλμπανέζι, ότι ένας πράκτορας της OpenAI απέκτησε χωρίς εξουσιοδότηση πρόσβαση σε αρχεία του κυβερνητικού συστήματος Medicare. Το περιστατικό καταγράφηκε τον Ιούνιο και αφορούσε τόσο δημόσια όσο και μη δημόσια αρχεία.



