Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση:
«Πρόκειται για μια κατεύθυνση περιορισμού των τμημάτων που σχεδιάζεται από την κεντρική διοίκηση και που έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται τάξεις των 27 και σύμφωνα με καταγγελίες ακόμη και 28 μαθητών.
Το πλέον προβληματικό είναι ότι αυτές οι μαζικές πλέον καταργήσεις και συγχωνεύσεις τμημάτων επιβάλλονται στα σχολεία ακόμη και μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς.
Αντί οι πιστώσεις, οι προσλήψεις και οι διαθέσιμοι πόροι να προσαρμόζονται στις ανάγκες των σχολείων και των μαθητών, επιχειρείται οι ανάγκες των σχολείων να προσαρμοστούν στις διαθέσιμες πιστώσεις.
Ένα ζήτημα που αφορά άμεσα την ποιότητα της διδασκαλίας, της μάθησης και της παιδαγωγικής λειτουργίας του σχολείου αντιμετωπίζεται ως λογιστικό πρόβλημα.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα δημόσιο σχολείο που ήδη λειτουργεί υπό πίεση: με εκπαιδευτικά κενά, ανεπαρκείς κτιριακές υποδομές, μικρές αίθουσες και σοβαρά προβλήματα ακόμη και στη μεταφορά των μαθητών.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν πολυπληθή τμήματα περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή μαθησιακές δυσκολίες.
Στη Δ΄ Αθήνας έχουν καταγγελθεί περιπτώσεις τμημάτων 27 και 28 μαθητών με 23 ή 24 γνωματεύσεις, ενώ σύμφωνα με καταγγελίες, σε συγκεκριμένη περίπτωση τρία τμήματα συγχωνεύθηκαν σε δύο των 27 μαθητών, παρότι υπήρχαν συνολικά 18 γνωματεύσεις.
Σε αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε και η νομοθετική αλλαγή του 2025, με την οποία τροποποιήθηκε το πλαίσιο για τη μείωση του αριθμού μαθητών σε τμήματα όπου φοιτούν μαθητές με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η νέα ρύθμιση εισήγαγε πρόσθετες προϋποθέσεις και περιόρισε, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη δυνατότητα συγκρότησης μικρότερων τμημάτων.
Σήμερα είναι αναγκαία μία διαφορετική εκπαιδευτική επιλογή: μείωση του ανώτατου αριθμού μαθητών ανά τμήμα, με ιδιαίτερη πρόβλεψη για τις τάξεις στις οποίες φοιτούν μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή μαθησιακές δυσκολίες.
Το δημογραφικό, άλλωστε, δημιουργεί μια πραγματική δυνατότητα: η μείωση του μαθητικού πληθυσμού να αξιοποιηθεί για μικρότερα τμήματα, καλύτερες συνθήκες διδασκαλίας και ουσιαστικότερη στήριξη κάθε μαθητή.
Χρειάζεται λοιπόν, αλλαγή κατεύθυνσης: λιγότερη λογιστική και περισσότερη παιδαγωγική. Μικρότερα τμήματα, ουσιαστική στήριξη των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και πόροι που να ακολουθούν τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων.
Γιατί το δημόσιο σχολείο δεν είναι μηχανισμός εξοικονόμησης πιστώσεων. Είναι ο χώρος όπου η Πολιτεία οφείλει να εγγυάται ίσες και ποιοτικές συνθήκες μάθησης για κάθε παιδί».



