Όπως υπογραμμίζεται σε ανάλυση του AP, άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων προκάλεσε αυτή την εβδομάδα ασυνήθιστη παρέμβαση του υπουργείου Οικονομικών, ενώ αναζωπύρωσε τις ανησυχίες ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την αμερικανική οικονομία και να περιορίσει τις καταναλωτικές δαπάνες.
Παράλληλα, ενισχύονται τα ερωτήματα για το κατά πόσο οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν χωρίς όρια τις αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης.
Τι ακριβώς συμβαίνει στην αγορά ομολόγων
Όταν οι κυβερνήσεις χρειάζονται χρήματα, εκδίδουν ομόλογα, δηλαδή τίτλους μέσω των οποίων δανείζονται από τους επενδυτές και δεσμεύονται να επιστρέψουν το κεφάλαιο μαζί με τόκο.
Τα ομόλογα μπορούν στη συνέχεια να αγοράζονται και να πωλούνται στη δευτερογενή αγορά. Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο: όταν η τιμή ενός ήδη εκδομένου ομολόγου πέφτει, η απόδοσή του αυξάνεται για τον νέο επενδυτή που το αγοράζει φθηνότερα.
Έτσι, η άνοδος των αποδόσεων δεν αποτελεί απλώς μια εξέλιξη για τους επενδυτές ομολόγων. Επηρεάζει το κόστος με το οποίο δανείζεται συνολικά η οικονομία.
Τα αμερικανικά ομόλογα δεν είναι πλέον «μονόδρομος» για τους επενδυτές
Η αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη στον κόσμο. Η συνολική της αξία ανερχόταν στα 31,5 τρισ. δολάρια τον Ιούλιο, σύμφωνα με στοιχεία της Securities Industry and Financial Markets Association.
Ωστόσο, τα αμερικανικά Treasuries αντιμετωπίζουν πλέον μεγαλύτερο ανταγωνισμό από κρατικά ομόλογα άλλων μεγάλων οικονομιών.
Μετά από χρόνια σχεδόν μηδενικών επιτοκίων, οι αποδόσεις των 30ετών ιαπωνικών κρατικών ομολόγων έχουν ξεπεράσει το 4%, ενώ οι βρετανικοί τίτλοι έχουν φτάσει το 5,81% και οι γερμανικοί το 3,76%. Την ίδια στιγμή, η απόδοση του αντίστοιχου αμερικανικού 30ετούς τίτλου διαμορφώνεται στο 5,27%.
Με άλλα λόγια, τα αμερικανικά ομόλογα δεν είναι πλέον το μοναδικό παιχνίδι στην πόλη, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ira Jersey της Bloomberg Intelligence. Μεγάλες κατηγορίες επενδυτών, όπως ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία, έχουν πλέον περισσότερες επιλογές για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους.
Από τη Wall Street στην τσέπη των πολιτών
Η σημαντικότερη επίπτωση γίνεται αισθητή στην αγορά κατοικίας.
Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της απόδοσης του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την αγορά.
Η απόδοση του 10ετούς τίτλου αυξήθηκε μέσα στο καλοκαίρι, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν ενίσχυσε τις τιμές του πετρελαίου και τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα παρέμειναν οι ανησυχίες για το μέγεθος του αμερικανικού χρέους.
Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο κόστος για όσους θέλουν να αγοράσουν σπίτι. Το μέσο επιτόκιο για ένα στεγαστικό δάνειο 30 ετών βρίσκεται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους, αποθαρρύνοντας μέρος των καταναλωτών από την αγορά κατοικίας.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι το αμερικανικό Δημόσιο θα διπλασιάσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων ομολόγων, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την απόδοση του 10ετούς τίτλου και κατ' επέκταση το κόστος των στεγαστικών.
Η ανακούφιση, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή. Η απόδοση του 10ετούς επανήλθε την Παρασκευή στο 4,74%, αγγίζοντας εκ νέου το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 και πλέον μηνών.
Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν
Η άνοδος των αποδόσεων έχει δύο όψεις.
Για τους αποταμιευτές, τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να είναι θετικά, καθώς αυξάνουν τις αποδόσεις από καταθέσεις και επενδύσεις σε ομόλογα.
Για όσους όμως χρειάζονται δανεισμό, η εικόνα είναι διαφορετική. Ακριβότερα στεγαστικά, δάνεια αυτοκινήτου και πιστωτικές κάρτες περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν επίσης να πιέσουν τις τιμές μετοχών, χρυσού και κρυπτονομισμάτων. Ο λόγος είναι απλός: όταν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα προσφέρουν μεγαλύτερες αποδόσεις με μικρότερο θεωρητικά ρίσκο, οι επενδυτές έχουν λιγότερο λόγο να πληρώνουν υψηλές τιμές για πιο ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα: το ίδιο το αμερικανικό χρέος
Η άνοδος των αποδόσεων δημιουργεί όμως ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
Η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να δαπανά πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει και καλύπτει τη διαφορά μέσω νέου δανεισμού. Το συνολικό αμερικανικό χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.
Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων, τόσο περισσότερο πρέπει να πληρώνει το αμερικανικό Δημόσιο για να προσελκύσει επενδυτές στις νέες εκδόσεις Treasuries.
Μόνο στους πρώτους δέκα μήνες του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους, η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταβάλει 931 δισ. δολάρια σε τόκους για το χρέος της. Το ποσό είναι υψηλότερο από τις δαπάνες για την υγεία, την εθνική άμυνα ή τις παροχές προς τους βετεράνους και βρίσκεται λίγο κάτω από τις δαπάνες για Social Security και Medicare.
Πόσο κοντά βρίσκεται η αγορά σε ένα «σημείο καμπής»;
Οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των αμερικανικών δημοσιονομικών δεν είναι καινούργιες. Οικονομολόγοι, επενδυτές και αξιωματούχοι της Federal Reserve προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι η σχέση μεταξύ κρατικών εσόδων και δαπανών κινείται σε μη βιώσιμη κατεύθυνση.
Το ερώτημα είναι πότε – ή αν – οι ανησυχίες αυτές θα μετατραπούν σε πραγματικό πανικό στην αγορά ομολόγων.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές σε μαζικές πωλήσεις Treasuries, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των αποδόσεων και, κατ' επέκταση, του κόστους δανεισμού για την αμερικανική οικονομία.
Προς το παρόν, πάντως, η άνοδος των αποδόσεων δεν έχει λάβει τέτοια μορφή ώστε να υποδεικνύει ότι ένα τέτοιο σημείο καμπής έχει ήδη φτάσει. Επιπλέον, η αύξηση των αποδόσεων δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ, αλλά παρατηρείται στις αγορές κρατικού χρέους διεθνώς, από την Ιαπωνία και τη Γερμανία έως τη Γαλλία.
Ωστόσο, το μήνυμα της αγοράς είναι σαφές: σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού, γεωπολιτικών εντάσεων και διογκούμενου χρέους, η χρηματοδότηση της αμερικανικής οικονομίας γίνεται ακριβότερη – και αυτό είναι ένας λογαριασμός που τελικά δεν μένει μόνο στη Wall Street.





