Σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι κυρώσεις αφορούν δύο εταιρείες για τις οποίες έχει ολοκληρωθεί η ελεγκτική διαδικασία, με την πρώτη συνεδρίαση να ακολουθείται πιθανόν από ακόμη μία εντός της εβδομάδας.
Οι καταγγελίες για τις δύο εμπλεκόμενες εταιρείες έχουν ήδη διαβιβαστεί από τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, στις εισαγγελικές αρχές, ενώ οι έλεγχοι του ΕΣΥΔ συνεχίζονται εντατικά σε όλες τις διαπιστευμένες εταιρείες του κλάδου, κατόπιν σχετικής εντολής.
Στην πρώτη περίπτωση, η οποία αφορά εταιρεία με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικός έλεγχος στις 14 και 15 Ιουλίου. Καταγράφηκαν έντεκα περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, με τρεις να θεωρούνται ιδιαιτέρως σοβαρές. Ενδεικτικά, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία είτε αγνόησε είτε υποβάθμισε σημαντικά ευρήματα κατά τις επιθεωρήσεις, όπως η αναντιστοιχία μεταξύ δηλωμένης καλλιεργήσιμης έκτασης και παραχθείσας ποσότητας βιολογικού ελαιόλαδου.
Ακολούθησε ανώνυμη καταγγελία στις 22 Ιουλίου, με αποτέλεσμα η εταιρεία να κληθεί σε ακρόαση στις 30 Ιουλίου, κατά την 519η συνεδρίαση του ΕΣΥΔ. Η τελική απόφαση μετατέθηκε για τη Δευτέρα, μετά την κατάθεση υπομνήματος από την εταιρεία. Η αρμόδια διεύθυνση εισηγείται εξάμηνη αναστολή της διαπίστευσης της εταιρείας κατά το πρότυπο ISO 17065, με δυνατότητα νέας αξιολόγησης μετά την παρέλευση του εξαμήνου και πιθανότητα μόνιμης ανάκλησης αν δεν διορθωθούν οι παρατυπίες.
Η δεύτερη υπόθεση αφορά εταιρεία με έδρα την Αθήνα, στην οποία διενεργήθηκε έκτακτος έλεγχος στις 28 και 29 Ιουλίου. Εντοπίστηκαν εννέα μη συμμορφώσεις, με σοβαρότερη εκείνη της σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς ο κύριος μέτοχος της εταιρείας πιστοποίησης φέρεται να κατέχει και μερίδιο σε εταιρεία συμβούλων που συστεγάζεται στον ίδιο χώρο. Επίσης, βρέθηκε πως η εταιρεία εξέδωσε πιστοποιητικά μελισσοκομίας χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Καταγγελίες για τη δεύτερη εταιρεία είχαν κατατεθεί στο ΕΣΥΔ στις 17 και 30 Ιουλίου και έχουν διαβιβαστεί στη Δικαιοσύνη. Στόχος των συνεχιζόμενων ελέγχων, σύμφωνα με αρμόδια στελέχη, είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του συστήματος πιστοποίησης, η διασφάλιση της σωστής διάθεσης των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και, κυρίως, η προστασία του καταναλωτή.



