· Την ανάγκη να διασφαλισθεί η δίκαιη και σωστή ανάπτυξη μίας εναρμονισμένης ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών
· Τις αρχές της αμεροληψίας και της αναλογικότητας
- Στην κλήση προς εμφάνιση στην ακρόαση για τη συγκεκριμένη επίλυση διαφοράς εφαρμόζεται ο Κανονισμός Ακροάσεων της ΕΕΤΤ. Σύμφωνα με τον κανονισμό η διαδικασία ακρόασης ρυθμίζεται κατ’ αναλογία προς τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 80, τρίτος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιον από τους διαδίκους σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ αυτών, έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. - Το δικαίωμα παρέμβασης στηρίζεται και στο άρθρο 20.2. του Συντάγματος, «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». - Σε κάθε περίπτωση, σε όλες τις ακροάσεις για καταγγελίες έχουν γίνει παγίως δεκτές παρεμβάσεις, και το δικαίωμα παρέμβασης έχει αναγνωρισθεί και με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Επιπλέον, παρέμβαση επιτρέπεται σε οιαδήποτε επίλυση διαφοράς, ενώπιον των αστικών και διοικητικών δικαστηρίων, σε οιονδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο ΣΑΤΠΕ, τονίζει, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει παρέμβαση στη διαδικασία επίλυσης διαφοράς μεταξύ ΟΤΕ και Teledome. Η πρωτοβουλία αυτή υλοποιείται προκειμένου να ακουστούν οι θέσεις του πριν τη διαμόρφωση νέου συμβατικού κειμένου σύμβασης διασύνδεσης, το οποίο θα ισχύσει για όλα τα μέλη του (δυνάμει της αρχής της ισότητας και αναλογικότητας). Παράλληλα, τα θέματα που θίγονται αφορούν σημαντικά ζητήματα του κλάδου καθώς η έλλειψη επικαιροποιημένου θεσμικού πλαισίου για τη διασύνδεση, δηλαδή Υποδείγματος Προσφοράς Διασύνδεσης, αλλά και η μη εφαρμογή του ισχύοντος στο σύνολό του, δηλαδή του Υποδείγματος Προσφοράς Διασύνδεσης 2003, για το οποίο ο Σύνδεσμος έχει ήδη καταθέσει καταγγελία στην ΕΕΤΤ και αναμένει τη σχετική ακρόαση – δημιουργεί την πεποίθηση ότι μέσω αυτής της διαδικασίας θα προκύψει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, χωρίς να έχει δοθεί η δυνατότητα στην αγορά να εκφέρει την άποψή της επ’ αυτού.



