Η κίνηση αυτή δεν γίνεται πάντως για πρώτη φορά. Η πρώτη προσπάθεια έγινε το 2008 αλλά λόγω μη ικανοποιητικών προτάσεων για εξαγορά δεν είχε προχωρήσει. Τώρα φαίνεται που ωρίμασαν οι συνθήκες και η Ελαΐς – Unilever αφήνει αυτές τις κατηγορίες για να εστιάσει σε αυτές των απορρυπαντικών, των προϊόντων προσωπικής υγιεινής, παγωτού κ.ά. σε διεθνές επίπεδο.
Έτσι χτες ΕΛΑΪΣ-Unilever Hellas έκανε γνωστή την πρόθεσή της, να προχωρήσει στην πώληση των ελαιολάδων Άλτις, Ελάνθη και Solon, της παραγωγικής μονάδας γιαυτά αλλά και των μαργαρινών Super Fresco, Flora, κ.ά,
Τα παραπάνω προϊόντα εισφέρουν το 20% του συνολικού τζίρου που πραγματοποιεί η Ελαΐς – Unilever (σ.σ. το 2015 ο συνολικός της τζίρος κυμάνθηκε στα 450 εκατ. ευρώ), ενώ τα μερίδια των brands αυτών στην εσωτερική αγορά είναι πολύ ισχυρά. Ενδεικτικό είναι ότι το Άλτις, που έχει ιστορία 45 χρόνων, είναι η Νο.1 μάρκα ελαιολάδου στις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Η εικόνα της αγοράς
Πάντως η απόφαση αυτή για αποχώρηση από τον κλάδο του ελαιολάδου, που ουσιαστικά βασίζεται στη διεθνή στρατηγική της εταιρίας έχει να κάνει και με τις διεθνείς κι εγχώριες τάσεις. Σε διεθνές επίπεδο η είσοδος πολλών χωρών σε επίπεδο παραγωγής (Β. Αφρική) έχει συμπιέσει τα ποσοστά κέρδους ενώ η χύμα διακίνηση και η ιδιωτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν δημιουργεί περιθώρια για ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς. Παράλληλα άλλος ένας παράγων μείωσης των περιθωρίων η αύξηση των τιμών διεθνώς σε επίπεδο παραγωγού.
Σύμφωνα με περιοδική έκδοση της Εθνικής Τράπεζας για τον κλάδο του 2015 η διεθνής ελαιοπαραγωγή έχει διπλασιαστεί την τελευταία 25ετία, προσεγγίζοντας τους 3 εκατ. τόνους την τελευταία πενταετία από 1,5 εκατ. τόνους στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Βασικές κινητήριες δυνάμεις της αλματώδους ανάπτυξης ήταν η Ισπανία, η οποία διπλασιάζοντας την παραγωγή της καλύπτει πλέον άνω του 40% της παγκόσμιας παραγωγής από 30% το 1990, και νέες χώρες-παραγωγοί (κυρίως Τουρκία, Τυνησία, Μαρόκο και Συρία), οι οποίες αύξησαν το μερίδιο τους στην παγκόσμια παραγωγή στο 35% το 2014 από 25% το 1990.
Ως βασικές χώρες προορισμού ξεχωρίζουν οι ΗΠΑ (15%), η Γαλλία (11%) και η Γερμανία (7%), ενώ παράλληλα εμφανίζονται νέες δυναμικές αγορές όπως η Ρωσία και η Κίνα. Κομβικό ρόλο στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου διαδραματίζει η Ιταλία, η οποία εκμεταλλευόμενη τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του ιταλικού ελαιολάδου και τα οργανωμένα δίκτυα προώθησης των επιχειρήσεων της, εισάγει χύμα ελαιόλαδο (κυρίως από Ισπανία και Ελλάδα) και το επανεξάγει τυποποιημένο. Συνολικά οι επανεξαγωγές καλύπτουν περίπου το 1/3 της διεθνούς αγοράς τυποποιημένου ελαιολάδου και αποφέρουν στην Ιταλία
Στην Ελλάδα μόλις το 27% της συνολικής παραγωγής ελαιολάδου φτάνει στο στάδιο της τυποποίησης στην Ελλάδα, με το αντίστοιχο ποσοστό να είναι της τάξης του 50% για την Ισπανία και 80% για την Ιταλία. Λόγω του χαμηλού όγκου τυποποιημένου προϊόντος, οι ελληνικές εταιρείες τυποποίησης δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις ιταλικές και ισπανικές πολυεθνικές του κλάδου όσον αφορά την αποτελεσματική προώθηση αναγνωρίσιμων brands αναφέρει η πρόσφατη έκδοση της ΕΤΕ που συμπληρώνει:.
Η επόμενη πενταετία για το ελληνικό ελαιόλαδο αναμένεται να χαρακτηριστεί από δύο σημαντικές προκλήσεις. (i) Ο ανταγωνισμός εκτιμάται ότι θα ενταθεί, με νέες εξαγωγικές χώρες να εισέρχονται στη διεθνή αγορά και με παραδοσιακές εισαγωγικές αγορές (όπως οι ΗΠΑ) να ξεκινούν να παράγουν και να εισάγουν χύμα. (ii) Παράλληλα, η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα δεχθεί σημαντική πίεση από την αναθεώρηση της ΚΑΠ, σύμφωνα με την οποία οι επιδοτήσεις για το ελληνικό ελαιόλαδο εκτιμάται ότι θα περιοριστούν κατά 29% σε πραγματικούς όρους στο διάστημα 2013-2020. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί η υψηλή εξάρτηση των Ελλήνων ελαιοπαραγωγών από τις επιδοτήσεις, οι οποίες καλύπτουν το 41% των εσόδων τους (έναντι 32% για τους Ιταλούς και 28% για τους Ισπανούς). Συνεπώς, η παραγωγή αναμένεται να περιοριστεί κοντά στους 280,000 τόνους το 2020 - με το μερίδιο της Ελλάδας στην παγκόσμια παραγωγή να περιορίζεται στο 8,5% το 2020 από 11% το 2014.
Γιώργος Αλεξάκης