• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Παραγωγικό μοντέλο μετά την κρίση – Τι άλλαξε, τι έμεινε
09:14 - 29 Σεπ 2026

Παραγωγικό μοντέλο μετά την κρίση – Τι άλλαξε, τι έμεινε

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει σημαντικό μέρος του προσανατολισμού της προς τους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους που είχε χάσει πριν από την κρίση, χωρίς όμως η αλλαγή αυτή μεταφράζεται ακόμη σε αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Το 2025 η χώρα παρήγαγε 10% λιγότερο από ό,τι το 2009 και 13% λιγότερο από την κορυφή του 2008.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του νέου Policy Brief του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο 2000-2025», που υπογράφουν ο Βοηθός Ερευνητής του ΚΕΦΙΜ Χρήστος Λούκας και ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας. Η μελέτη εξετάζει πώς μεταβλήθηκε η κατανομή της παραγωγής της χώρας στους βασικούς κλάδους της οικονομίας κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, αξιοποιώντας στοιχεία της Eurostat.

Συγκεκριμένα, το Policy Brief «Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο 2000-2025» εξετάζει τη μεταβολή της παραγωγικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας από το 2000 έως το 2025, με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγκριση του 2009 με το 2025. Για κάθε κλάδο εξετάζονται τόσο το μερίδιό του στο ΑΕΠ όσο και ο πραγματικός όγκος και η αξία της παραγωγής, ώστε να διακρίνεται η πραγματική παραγωγική μεταβολή από την επίδραση των τιμών.

Τα βασικά ευρήματα της μελέτης

Αναλυτικά, σύμφωνα με ανακοίνωση:

• Σε ένα τέταρτο του αιώνα η ελληνική οικονομία διέγραψε έναν πλήρη κύκλο ανόδου, κατάρρευσης και ατελούς ανάκαμψης. Το 2025 παράγει 10% λιγότερο από ό,τι το 2009 και 13% λιγότερο από ό,τι στην κορυφή του 2008, περίπου όσο το 2003 με 2004.

• Στο επίπεδο των τριών τομέων παραγωγής το μείγμα δεν άλλαξε: από το 2009 έως το 2025 υπηρεσίες, βιομηχανία1 και αγροτική παραγωγή μετακινήθηκαν λιγότερο από μία μονάδα του ΑΕΠ η καθεμία. Η μεγάλη μετατόπιση προς τις υπηρεσίες είχε γίνει πριν την κρίση, από το 2000 έως το 2009. Η μελέτη καταλήγει ότι η προσαρμογή της περιόδου της κρίσης άλλαξε τις σχετικές τιμές υπέρ των διεθνώς εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων, όμως αυτή η αλλαγή δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να οδηγήσει σε ανάλογη αύξηση της παραγωγής. Το επόμενο ζητούμενο είναι η μετατόπιση που έχει ήδη συντελεστεί στη σύνθεση της οικονομίας να αποκτήσει ισχυρότερο πραγματικό παραγωγικό περιεχόμενο, μέσω περισσότερων επενδύσεων, μεγαλύτερης εξωστρέφειας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

• Οι περισσότερες μεταβολές μεριδίων προήλθαν από αυξήσεις τιμών, όχι παραγωγής. Μόνο η μεταποίηση και η πληροφορική παράγουν σήμερα περισσότερο από ό,τι το 2009. Η γεωργία, τα χρηματοπιστωτικά και οι επαγγελματικές υπηρεσίες κέρδισαν μερίδιο με χαμηλότερη παραγωγή και υψηλότερες τιμές, ενώ ο δημόσιος τομέας έχασε μερίδιο λόγω μισθών, όχι λόγω λιγότερων υπηρεσιών.

• Ο μεγαλύτερος κλάδος της οικονομίας, το εμπόριο με τις μεταφορές και τον τουρισμό, παράγει 27% λιγότερο από ό,τι το 2009 και λιγότερο από ό,τι το 2000, παρά τα ρεκόρ του Στο επίπεδο εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων κλάδων το μείγμα άλλαξε: οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι κέρδισαν 4,9 μονάδες του ΑΕΠ από το 2009 και οι μη εμπορεύσιμοι έχασαν 7,8. Η στροφή προς την εγχώρια αγορά της δεκαετίας του 2000 αντιστράφηκε πλήρως. • Οι απώλειες συγκεντρώνονται σε τρεις κλάδους της εγχώριας αγοράς: ευρύτερος δημόσιος τομέας −3,6 μονάδες, κατασκευές −2,7, εμπόριο-μεταφορές-τουρισμός −1,2. Τα κέρδη είναι διάσπαρτα: βιομηχανία +1,8, χρηματοπιστωτικά +1,0, γεωργία +0,7, ακίνητα +0,6, πληροφορική +0,5, επαγγελματικές υπηρεσίες +0,3. τουρισμού. Η ελληνική οικονομία πουλά περισσότερο στους επισκέπτες της και λιγότερο στους κατοίκους της.

• Η εσωτερική υποτίμηση άλλαξε τις σχετικές τιμές υπέρ των εμπορεύσιμων κλάδων αλλά δεν αύξησε την παραγωγή τους. Για να μεταφραστεί αυτή η μετατόπιση σε περισσότερη παραγωγή, χρειάζονται επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές που περιγράφονται στην Έκθεση Πισσαρίδη, την πρόοδο των οποίων παρακολουθεί το Παρατηρητήριο Δημόσιων Πολιτικών του ΚΕΦΙΜ.

Η μελέτη καταλήγει ότι η προσαρμογή της περιόδου της κρίσης άλλαξε τις σχετικές τιμές υπέρ των διεθνώς εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων, όμως αυτή η αλλαγή δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να οδηγήσει σε ανάλογη αύξηση της παραγωγής. Το επόμενο ζητούμενο είναι η μετατόπιση που έχει ήδη συντελεστεί στη σύνθεση της οικονομίας να αποκτήσει ισχυρότερο πραγματικό παραγωγικό περιεχόμενο, μέσω περισσότερων επενδύσεων, μεγαλύτερης εξωστρέφειας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε σχετικά:

«Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει πράγματι στραφεί προς τους κλάδους που ανταγωνίζονται στις διεθνείς αγορές, όμως μεγάλο μέρος αυτής της μετατόπισης οφείλεται αύξηση των τιμών και όχι της παραγωγής.

Το επόμενο βήμα είναι αυτή η αλλαγή στη σύνθεση της οικονομίας να θεμελιωθεί πιο σταθερά σε μια πραγματική ενίσχυση της παραγωγής. Η μεταποίηση και η πληροφορική δείχνουν ότι αυτό μπορεί να γίνει. Χρειαζόμαστε περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες εξωστρεφείς επιχειρήσεις και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και, τελικά, το πραγματικό εισόδημα της χώρας.»

Γεωργία, Δασοκομία και Αλιεία

Όπως αναφέρεται, από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, το βάρος της αγροτικής παραγωγής στο ΑΕΠ έχει ανέβει ελαφρά: από 2,9% το 2009 σε 3,6% το 2025. Είναι ένας από τους λίγους κλάδους που κέρδισαν έδαφος μέσα στην κρίση. Η άνοδος όμως οφείλεται στις τιμές, όχι στον όγκο παραγωγής. Συγκεκριμένα, ο κλάδος παράγει σήμερα 9% λιγότερο προϊόν από ό,τι το 2009. Την ίδια περίοδο η αξία της παραγωγής του σε ευρώ αυξήθηκε 32%, όταν για το σύνολο της οικονομίας αυξήθηκε μόλις 2%.

Τα αγροτικά προϊόντα ακρίβυναν πολύ πιο γρήγορα από ό,τι οι υπόλοιπες τιμές, και αυτό ανέβασε το μερίδιο του κλάδου. Η εικόνα αυτή είναι πιο έντονη από το 2019 έως το 2025. Το μερίδιο έμεινε πρακτικά σταθερό, από 3,7% σε 3,6%. Πίσω από τη σταθερότητα όμως οι δύο πλευρές κινήθηκαν αντίθετα: ο όγκος της αγροτικής παραγωγής μειώθηκε 11% σε μια περίοδο που ο όγκος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε 9%. Τη διαφορά κάλυψαν οι τιμές. Χωρίς την άνοδό τους, η γεωργία θα εμφανιζόταν σήμερα με σαφώς μικρότερο μερίδιο από ό,τι το 2019.

Η μεγάλη αλλαγή στη θέση της γεωργίας είχε πάντως συντελεστεί πριν από την κρίση. Από το 2000 έως το 2008 το μερίδιό της σχεδόν υποδιπλασιάστηκε, από 5,5% σε 2,9%, με το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης να καταγράφεται το 2006. Τη χρονιά εκείνη εφαρμόστηκε η αποσύνδεση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων από την παραγωγή και ο όγκος παραγωγής του κλάδου μειώθηκε κατά 14%.

Η θέση που διαμορφώθηκε τότε, γύρω στο 3% με 4% του ΑΕΠ, είναι αυτή που διατηρεί ο κλάδος μέχρι σήμερα. Συνολικά, η γεωργία είναι ένας από τους τρεις κλάδους που παράγουν σήμερα λιγότερο προϊόν από ό,τι το 2000, μαζί με τις κατασκευές και το εμπόριο, και μάλιστα με τη μεγαλύτερη απόσταση, −21%. Στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας ο ρόλος της δεν έχει αλλάξει από το 2009: όση άνοδος καταγράφεται στο μερίδιό της προήλθε από τις τιμές, ενώ ο όγκος παραγωγής υποχώρησε.

Μεταποίηση, Ενέργεια, Εξόρυξη

Ο κλάδος της μεταποίησης, της ενέργειας και της εξόρυξης είναι εκείνος που κέρδισε το μεγαλύτερο έδαφος από την αρχή της κρίσης: το μερίδιό του στο ΑΕΠ ανέβηκε από 11,3% το 2009 σε 13,1% το 2025, Σε αντίθεση με τη γεωργία, η άνοδος αυτή δεν οφείλεται μόνο στις τιμές. Το Γράφημα 6β δείχνει ότι ο κλάδος παράγει σήμερα 3% λιγότερο προϊόν από ό,τι το 2009, όταν η ελληνική οικονομία στο σύνολό της παράγει 10% λιγότερο.

Ο κλάδος συρρικνώθηκε δηλαδή λιγότερο από την υπόλοιπη οικονομία, και αυτό από μόνο του αύξησε τη συμμετοχή του στο ΑΕΠ. Πάνω σε αυτό προστέθηκε η άνοδος των τιμών, κυρίως της ενέργειας: η αξία της παραγωγής του σε ευρώ αυξήθηκε 23% από το 2009, έναντι μόλις 2% για το σύνολο της οικονομίας. Η άνοδος συγκεντρώνεται στα χρόνια από το 2019 έως το 2025. Το μερίδιο ανέβηκε από 12,1% σε 13,1%, ενώ ο όγκος παραγωγής του κλάδου αυξήθηκε 25%, σε μια περίοδο που ο όγκος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε 9%. Το 2022 το μερίδιο εκτινάχθηκε προσωρινά στο 14,8%: η αξία της παραγωγής ανέβηκε 27% μέσα σε ένα έτος λόγω των τιμών της ενέργειας, ενώ ο όγκος έμεινε σχεδόν αμετάβλητος.

Την επόμενη χρονιά το μερίδιο επέστρεψε στο 12,9%, και η άνοδος που ακολούθησε στηρίχθηκε στην παραγωγή, με τον όγκο να αυξάνεται 11% το 2024. Πριν από την κρίση η εικόνα ήταν αντίστροφη. Από το 2000 έως το 2009 το μερίδιο του κλάδου υποχώρησε από 12,9% σε 11,3%, όχι επειδή η παραγωγή του μειώθηκε, αλλά επειδή η υπόλοιπη οικονομία μεγάλωνε γρηγορότερα: ο όγκος παραγωγής του αυξήθηκε 17% τη δεκαετία αυτή, της οικονομίας 30%.

Ακολούθησε η κατάρρευση της κρίσης, με τον όγκο να πέφτει 35% από την κορυφή του 2005 έως το χαμηλό του 2015. Συνολικά, ο κλάδος έχει ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του χαμένου εδάφους, με τον όγκο παραγωγής να αυξάνεται 37% από το 2015, αλλά παραμένει 11% κάτω από το 2005. Το μερίδιό του στο ΑΕΠ είναι σήμερα υψηλότερο από κάθε άλλη χρονιά της περιόδου εκτός από το 2022. Αν κάτι έχει μετακινηθεί στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας από το 2009, είναι αυτό: το μερίδιο της βιομηχανίας αυξήθηκε κατά σχεδόν δύο μονάδες του ΑΕΠ, κυρίως λόγω των τιμών της ενέργειας και δευτερευόντως επειδή ο κλάδος άντεξε καλύτερα από το σύνολο της οικονομίας

Μεταποίηση

Με βάση τη μελέτη, η μεταποίηση είναι το μεγαλύτερο κομμάτι του κλάδου που εξετάστηκε παραπάνω και η μοναδική περίπτωση στη μελέτη όπου η άνοδος του μεριδίου προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την παραγωγή. Το μερίδιό της στο ΑΕΠ ανέβηκε από 8,2% το 2009 σε 9,1% το 2025 (Γράφημα 7α). Το Γράφημα 7β δείχνει ότι ο κλάδος παράγει σήμερα 7% περισσότερο προϊόν από ό,τι το 2009, σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία στο σύνολό της παράγει 10% λιγότερο. Η αξία της παραγωγής του σε ευρώ αυξήθηκε 18%, έναντι 2% για την οικονομία, δηλαδή περίπου όσο και ο όγκος. Οι τιμές των βιομηχανικών προϊόντων δεν κινήθηκαν διαφορετικά από τις υπόλοιπες. Το μερίδιο ανέβηκε επειδή η μεταποίηση παράγει περισσότερο.

Η άνοδος συγκεντρώνεται στα χρόνια από το 2019 έως το 2025. Το μερίδιο ανέβηκε από 7,8% σε 9,1%, και ο όγκος παραγωγής αυξήθηκε 44%, όταν ο όγκος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε 9%. Από το 2021 ο κλάδος καταγράφει κάθε χρόνο αύξηση παραγωγής, με κορυφή το 13% του 2021. Το 2022 η αξία της παραγωγής ανέβηκε 25% λόγω των τιμών, με τον όγκο στο +8%, αλλά σε αντίθεση με την ενέργεια το μερίδιο της μεταποίησης δεν υποχώρησε την επόμενη χρονιά: κρατήθηκε γύρω στο 9% επειδή η παραγωγή συνέχισε να αυξάνεται. Πριν από την κρίση το μερίδιο της μεταποίησης μειωνόταν σταθερά, από 9,9% το 2000 σε 8,2% το 2009.

Ο κλάδος μεγάλωνε, με τον όγκο παραγωγής να αυξάνεται 17% τη δεκαετία αυτή, αλλά η υπόλοιπη οικονομία μεγάλωνε με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό, 30%. Στην κρίση η μεταποίηση έχασε το 40% της παραγωγής της, από την κορυφή του 2005 έως το χαμηλό του 2016, σημειώνοντας μία από τις μεγαλύτερες απώλειες όλων των κλάδων. Από το 2016 η παραγωγή έχει αυξηθεί 64% και βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, οριακά κάτω από την κορυφή του 2005. Το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ είναι σήμερα υψηλότερο από κάθε χρονιά μετά το 2004. Αν κάτι έχει αλλάξει προς το καλύτερο στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας από το 2009, εντοπίζεται εδώ: ένας κλάδος που παράγει περισσότερο, όχι που απλώς πουλάει ακριβότερα.

Εμπόριο, Μεταφορές, Κατάλυμα και Εστίαση

Επίσης, ο κλάδος του εμπορίου, των μεταφορών, του καταλύματος και της εστίασης παραμένει ο μεγαλύτερος της ελληνικής οικονομίας, με 20,6% του ΑΕΠ το 2025, από 21,8% το 2009. Το σύνολο όμως κρύβει τρεις πολύ διαφορετικές διαδρομές. Το Γράφημα 9α χωρίζει τον κλάδο στα τρία μέρη του. Το κατάλυμα και η εστίαση, δηλαδή ο πυρήνας του τουρισμού, είναι το μόνο κομμάτι που μεγάλωσε: το βάρος του στην προστιθέμενη αξία της χώρας αυξήθηκε κατά περίπου το ήμισυ από το 2009, και από το ένα πέμπτο του κλάδου έφτασε σχεδόν στο ένα τρίτο. Το εμπόριο, λιανικό και χονδρικό, κινήθηκε αντίθετα: έχασε περίπου το ένα έβδομο του βάρους του από το 2009 και περίπου το ένα τρίτο από το 2000, και από το μισό του κλάδου έχει πέσει κάτω από το μισό. Οι μεταφορές έμειναν περίπου στη θέση τους, χαμηλότερα από την κορυφή τους πριν από την κρίση. Η εικόνα αυτή εξηγεί το κεντρικό παράδοξο του κλάδου.

Μάλιστα, ο κλάδος συνολικά παράγει σήμερα 27% λιγότερο από ό,τι το 2009, σχεδόν τριπλάσια πτώση από εκείνη της συνολικής οικονομίας, ενώ η αξία της παραγωγής του σε ευρώ έμεινε στα ίδια επίπεδα. Αφού ο τουρισμός μεγάλωσε, η απώλεια αυτή προέρχεται από το εμπόριο και τις μεταφορές, δηλαδή από τις δραστηριότητες που εξαρτώνται από την εγχώρια κατανάλωση. Η ελληνική οικονομία πουλά σήμερα πολύ περισσότερο στους επισκέπτες της και πολύ λιγότερο στους κατοίκους της. Από το 2019 έως το 2025 η τάση συνεχίστηκε.

Ο όγκος παραγωγής του κλάδου μειώθηκε 5%, σε μια περίοδο που ο όγκος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε 9%, και το 2025 ήταν ο μόνος κλάδος με μείωση παραγωγής. Το κατάλυμα και η εστίαση, μετά την κατάρρευση του 2020, ξεπέρασαν το επίπεδο του 2019 και βρίσκονται στο υψηλότερο βάρος ολόκληρης της περιόδου, ενώ το εμπόριο συνέχισε να χάνει έδαφος και βρίσκεται στο χαμηλότερο.

Τα ρεκόρ του τουρισμού είναι πραγματικά, αλλά δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την υποχώρηση του εμπορίου. Πριν από την κρίση ο κλάδος μεγάλωνε παράλληλα με την οικονομία, με τον όγκο παραγωγής να αυξάνεται 34% από το 2000 έως το 2009, και ήδη τότε το εμπόριο έχανε βάρος προς όφελος των μεταφορών. Στην κρίση ο κλάδος έχασε το 46% της παραγωγής του, από την κορυφή του 2008 έως το 2020. Σήμερα παράγει 34% λιγότερο από ό,τι το 2008 και ελαφρώς λιγότερο και από ό,τι το 2000. Ο μεγαλύτερος κλάδος της οικονομίας είναι, σε πραγματικούς όρους, μικρότερος από ό,τι ήταν ένα τέταρτο του αιώνα πριν, και η σύνθεσή του έχει γυρίσει από την εγχώρια αγορά προς τον τουρισμό

Γιατί το παραγωγικό μοντέλο μας αφορά όλους

Όπως αναφέρεται, το παραγωγικό μοντέλο αφορά τον κάθε πολίτη μια και:

-Καθορίζει πόσο πραγματικό πλούτο μπορεί να δημιουργεί η χώρα και όχι απλώς πώς κατανέμεται το ΑΕΠ μεταξύ των κλάδων.

-Επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα της οικονομίας να στηρίζει περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

-Συνδέεται με το κατά πόσο η χώρα μπορεί να πετυχαίνει διατηρήσιμη αύξηση των εισοδημάτων και του βιοτικού επιπέδου.

-Η ενίσχυση των διεθνώς εμπορεύσιμων κλάδων έχει σημασία μόνο εφόσον συνοδεύεται από πραγματική αύξηση της παραγωγής και όχι μόνο από υψηλότερες τιμές.

-Μια ισχυρότερη και πιο παραγωγική οικονομία είναι ανθεκτικότερη σε μελλοντικές κρίσεις και εξωτερικούς κραδασμούς