• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Culture Wars: Διαμάχη για ένα «πουκάμισο αδειανό» - Συνέντευξη με τη Λίζα Τσαλίκη
10:28 - 30 Ιουλ 2026

Culture Wars: Διαμάχη για ένα «πουκάμισο αδειανό» - Συνέντευξη με τη Λίζα Τσαλίκη

Η κινηματογραφική εκδοχή της «Οδύσσειας» του Christopher Nolan έχει προκαλέσει «φρενίτιδα» τόσο στις κινηματογραφικές αίθουσες, -με την καλπάζουσα εμπορική της επιτυχία- όσο και στα πάνελ των mainstream και εναλλακτικών media.

Ήδη, πριν από την επίσημη κυκλοφορία της ταινίας την Πέμπτη 16 Ιουλίου, είχαν προκληθεί αντιδράσεις -προεξάρχοντος του Elon Musk- αναφορικά με τις επιλογές που έκανε ο σκηνοθέτης όσον αφορά το κάστινγκ, με χαρακτηριστικότερη όλων φυσικά την επιλογή της Lupita Nyong’o για το ρόλο της ωραίας Ελένης.

Ο Musk μάλιστα δεσμεύτηκε πρόσφατα να κυκλοφορήσει μια δική του, «ιστορικά ακριβή» (sic) ταινία της Οδύσσειας.

Παράλληλα, η δημόσια συζήτηση τόσο σε διεθνή, όσο και εγχώρια ΜΜΕ έχει πάρει «φωτιά» εστιάζοντας στη διχογνωμία και το διχασμό που έχει προκληθεί στα ακροατήρια, με την υποδοχή της ταινίας στη χώρα μας να λαμβάνει για ευνόητους λόγους ιδιαίτερη σημασία.

Όλα τα παραπάνω, φέρνουν στην επιφάνεια το φαινόμενο των λεγόμενων «Culture Wars», που καταλήγουν ενίοτε να υποσκελίζουν τη συζήτηση γύρω από το βασικό επίδικο, που δεν είναι άλλο από την ίδια την κινηματογραφική αξία της προσπάθειας του Nolan.

Προκειμένου λοιπόν να ξεδιαλύνουμε το συγκεκριμένο φαινόμενο, μιλήσαμε με την Καθηγήτρια και Πρόεδρο του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λίζα Τσαλίκη.

Θα μπορούσατε να μας δώσετε έναν ορισμό των λεγόμενων Culture Wars;

«Πρόκειται για ζητήματα που προκαλούν έντονη διαμάχη (highly contested issues). Είναι διαθεματικά, έχουν να κάνουν με ζητήματα φύλου, φυλής, θρησκείας, σεξουαλικότητας, ταυτότητας και εθνικότητας. Δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζονται ως φαινόμενο. Διαχρονικά υπήρχαν. Έχουν μια περιοδικότητα, ανάλογα με την εποχή που βρίσκεσαι. Το θέμα τώρα είναι η woke γύρω από την οποία γίνεται η όλη διαμάχη. Είναι πόλεμος ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες, δεν είναι κάτι πολιτισμικό. Πρόκειται για πολιτικό φαινόμενο».

Συνεπώς, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα σύγχρονο φαινόμενο, σωστά;

«Τα culture wars πάντα υπάρχουν. Απλώς τώρα ακούγονται πολύ περισσότερο. Πολύ περισσότερος κόσμος έχει γνώμη την οποία λέει και αυτή ακούγεται. Σε παλαιότερες εποχές, κόσμος μπορεί να πήγαινε να δει την παράσταση ή το κινηματογραφικό έργο, αλλά δεν είχε τον τρόπο να επικοινωνήσει την αντίθεσή του με κάτι. Άντε, το πολύ πολύ να έστελνε κάποια επιστολή σε εφημερίδα.

Η διάδοση από την πλευρά των ακροατηρίων μέσω των social media είναι πολύ μεγαλύτερη. Παράλληλα, υπάρχουν και media outlets που είναι πιο συντηρητικά -έχουν άλλη ατζέντα-. Όλα αυτά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κλίμα πολιτικής αντιπαράθεσης και παίρνουν πολύ μεγαλύτερη διάσταση».

Άρα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ανησυχίες δεν είναι καινούριες. Είναι το επικοινωνιακό τοπίο μέσω του οποίου διοχετεύονται που είναι καινούριο.

«Έτσι ακριβώς ναι. Το στίγμα που δίνουν άλλωστε οι New York Times σε σχετική κριτική τους, είναι ότι στην Ελλάδα παρότι υπήρξαν αρκετές ανησυχίες, γενικά τα ελληνικά ακροατήρια δέχτηκαν την ταινία με θετικό πρόσημο».

Ποια είναι η γνώμη σας για τις συζητήσεις που έχει ανοίξει η ταινία του Nolan;

«Εγώ νομίζω ότι ο Nolan δεν ξεκίνησε θέλοντας να δημιουργήσει κάποιο debate. Αυτό προέκυψε. Από τις συνεντεύξεις που έχει δώσει, τάσσομαι με όλους αυτούς που λένε ότι πρόκειται ουσιαστικά για την υπογραφή του σκηνοθέτη (auteur) ο οποίος παίρνει μια σειρά από αποφάσεις. Σε γενικές γραμμές, μετά τις πρώτες μέρες κυκλοφορίας και λαμβάνοντας υπόψιν πόσα εκατομμύρια έχει μαζέψει και τη γενικά θετική κριτική που υπάρχει, τη μάχη των ακροατηρίων την έχει κερδίσει. Άρα, η μεγάλη ιστορία είναι ότι οι περισσότεροι κριτικοί και κριτικές μιλάνε για ένα αριστούργημα, για ένα κινηματογραφικά άρτιο δημιούργημα απ’ όλες τις απόψεις».

Έχουν υπάρξει ιστορικά αντίστοιχα φαινόμενα;

«Όχι τόσο πολύ, παρότι ιστορικά, υπήρχε και μια άλλη μαύρη ηθοποιός η Ertha Kitt που έπαιξε σε θεατρικό έργο του Orson Welles την μαύρη Ωραία Ελένη. Ήταν καθ’ όλα αποδεκτή και critically acclaimed. Ο Nolan λέει ότι και όλα αυτά είναι και risk worth taking, ποιητική αδεία. Και η επιλογή του Travis Scott είχε ξενίσει. Δικαιολόγησε αυτή την επιλογή στη βάση ότι κάνει oral poetry, ενώ είχε δουλέψει μαζί του μουσικά και στο Tenet. Επίσης ο Nolan έχει συνεργαστεί και με άλλους μουσικούς κατά τη διάρκεια της διαδρομής του».

Για τις επιλογές του κάστινγκ

«Πρόκειται για τον κύριο λόγο που έχει δημιουργήσει όλο αυτό το controversy. Στη βάση είναι το πώς κάποιος κόσμος -θεωρώ εγώ πιο συντηρητικός που ακούγεται τώρα πολύ περισσότερο πολιτικά- ανησυχεί, συζητά και αμφισβητεί πώς μπορεί να εκπροσωπεί η Lupita Nyong’o την ομορφιά της εποχής εκείνης. Ότι δεν μπορεί δηλαδή μια μαύρη γυναίκα να είναι η πιο όμορφη.

Ο Nolan επέλεξε συνειδητά τη συγκεκριμένη ηθοποιό γιατί ήταν ένας τρόπος να πει την ιστορία. Είχε στο μυαλό του μια ελευθερία για να πει μια ιστορία που απηχεί μέχρι σήμερα. Μια περιπέτεια που έχει να κάνει με την επιθυμία για επιστροφή στο σπίτι και όλο τον αγώνα που πρέπει να περάσεις για αυτό.

Όπως επίσης συνειδητή ήταν και η επιλογή του Elliot Page. Είναι επίσης κατανοητό στη σημερινή συγκυρία ότι θα δημιουργούνταν όλη αυτή η ανησυχία - ειδικά σε προηγούμενη στιγμή που είχε ακουστεί ότι θα έπαιζε τον Αχιλλέα. Οπότε ένα μεγάλο κομμάτι της συζήτησης ήταν πώς ένας τρανς άντρας θα μπορούσε να υποδυθεί το μεγαλύτερο πολεμιστή της ιστορίας. Μετά όταν έκανε τον Σίνωνα, καταλάγιασε λίγο ο θόρυβος, αλλά εξακολουθεί να είναι κάτι που ενοχλεί ή σοκάρει. Δεν είναι κάτι που με εκπλήσσει, γιατί είμαστε σε ένα αποκορύφωμα των culture wars».

Για την επιλογή της μετάφρασης

«Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της διαμάχης ξεκινά από την επιλογή της μετάφρασης. Με το που επιλέγει ο Nolan ως δημιουργός-σκηνοθέτης να πάρει τη μετάφραση της Emily Wilson. Αυτό νομίζω ήτανε πολιτική πράξη, γιατί πρόκειται βασικά για την πρώτη μετάφραση στα αγγλικά με μια ξεκάθαρα φεμινιστική χροιά στο έργο. Αυτό είναι κάτι που προσάπτουν στη Wilson πολύ ερμηνευτές. Άρα, και ο Nolan κατηγορείται ότι πήρε τη μετάφραση της Wilson -που είναι φεμινίστρια- και το λένε αυτό ως κάτι κακό.

Η Wilson ακολούθησε το σαιξπηρικό ρυθμό -που όπως η ίδια υποστηρίζει είναι το κοντινότερο στα ομηρικά έργα- προκειμένου να διατηρήσει τη μουσικότητα του πρωτοτύπου. Έκανε λοιπόν τη μετάφρασή της με βάση αυτό. Το ζουμί της ιστορίας όμως είναι ότι έχει δώσει πάρα πολύ μεγάλη σημασία στο agency που δίνεται ή δε δίνεται στους γυναικείους χαρακτήρες. Πολλές φορές π.χ. συζητάμε για την Πηνελόπη πόσο έξυπνη, ανθεκτική, εφευρετική ήτανε. Να λάβουμε όμως υπόψιν ότι η ίδια ζούσε σε μια πάρα πολύ περιοριστική κοινωνική δομή για τις γυναίκες και τα χρόνια που λείπει ο Οδυσσέας εκείνη καλείται να αντιμετωπίσει την απομόνωση, μια πολύ μεγάλη κοινωνική πίεση και είναι συνεχώς εξαρτημένη από ένα σύμπαν ελεγχόμενο από άντρες.

Το ίδιο ισχύει και για τις σκλάβες, -οι οποίες στις περισσότερες αγγλικές μεταφράσεις αποδίδονται ως υπηρέτριες. Η ίδια υποστηρίζει ότι στη μετάφρασή της απέδωσε το πραγματικό στάτους αυτών των γυναικών. Οι θνητές γυναίκες είναι περιορισμένες, τη στιγμή που ορισμένες θεές έχουνε φοβερή εξουσία. Οι θνητές γυναίκες είναι δεμένες μέσα σε ένα πατριαρχικό σύστημα.

Για τη Wilson λοιπόν, το έπος δείχνει ένα φόβο για τη γυναικεία δύναμη την οποία προσπαθούν να τιθασεύσουν με αυτό τον τρόπο. Μέσα από τη μετάφρασή της, υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να ρομαντικοποιούμε την Οδύσσεια, αλλά ότι πρέπει να τη δούμε ως ένα έπος που αντανακλά μια κοινωνία στην οποία υπάρχει αντρική κυριαρχία. Παράλληλα, μας καλεί να δούμε πώς η μετάφραση είναι κάθε φορά μια πολιτική πράξη που μπορεί είτε να αποσιωπήσει και να συσκοτίσει, ή να φωτίσει τις εμπειρίες αυτών των γυναικών.

Συνεπώς, εξαιτίας των παραπάνω επιλογών κάποια ακροατήρια ή άνθρωποι με «μεγάλη φωνή» - όπως ο Elon Musk – εξέφρασαν ένα ανάθεμα. Αυτό προκάλεσε πολύ μεγάλο κομμάτι της συζήτησης του κάστινγκ και πάνω σε αυτό επικάθισαν όλα τα υπόλοιπα. Μετά, έρχονται και οι κριτικές που κάνουν λόγο για αναχρονισμούς. Στο κάτω κάτω αυτό που λέει και ο ίδιος είναι, κάνω μυθολογία όχι ιστορία ή ντοκιμαντέρ, άρα έχω μια δημιουργική ελευθερία».

«Δεν έχει Έλληνες»

«Ένα άλλο κομμάτι που έχει δημιουργήσει αίτιο αντιπαράθεσης και είναι -θεωρώ- λίγο άδικο είναι ότι δεν έχει Έλληνες. Έχει δηλαδή κατηγορηθεί ότι έχει ένα έπος που έχει γυριστεί μέρος του στην Ελλάδα, αλλά δεν έχει Έλληνες ηθοποιούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Άμα δει κανείς το Hollywood και τα blockbusters, ούτε στη Χρυσή Εποχή του υπήρχαν Έλληνες ηθοποιοί. Είναι σπάνια ακόμη και η παρουσία Ελληνοαμερικανών ηθοποιών. Άρα, έτσι κι αλλιώς όλα αυτά τα έπη μιλάνε αγγλικά και όχι ελληνικά».

Τελευταία τροποποίηση στις 31/07/2026 - 09:17