Σύμφωνα με τη μελέτη, ο ελληνικός ναυπηγοεπισκευαστικός τομέας εμφανίζει σήμερα έσοδα περίπου 197 εκατ. ευρώ και συμμετοχή μόλις 0,4% στη διεθνή αγορά.
Ωστόσο, μέσα από στοχευμένες επενδύσεις, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και εστίαση σε κατηγορίες πλοίων υψηλής αξίας, η διείσδυση θα μπορούσε να αυξηθεί στο 1,6%, ανεβάζοντας τα έσοδα στα 759 εκατ. ευρώ.
Η EY-Parthenon επισημαίνει ότι η διεθνής ναυπηγική βιομηχανία μετασχηματίζεται με αιχμή την ψηφιοποίηση, την απανθρακοποίηση και τις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, ενώ η γήρανση του ευρωπαϊκού στόλου δημιουργεί αυξημένη ζήτηση για επισκευές, μετασκευές και ενεργειακές αναβαθμίσεις.
Για την Ελλάδα, τα βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα παραμένουν η στρατηγική γεωγραφική θέση, το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και η εμπειρία στις εργασίες επισκευής και μετατροπής πλοίων. Παράλληλα, όμως, η μελέτη εντοπίζει σημαντικές αδυναμίες, όπως η έλλειψη εξειδικευμένων τεχνιτών, οι περιορισμένες υποδομές, η χαμηλή ψηφιοποίηση των ναυπηγείων και οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική του κλάδου.
Ως βασικές ευκαιρίες ανάπτυξης αναφέρονται η διεύρυνση των συνεργασιών στον αμυντικό τομέα, με στόχο την ανάληψη έργων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, καθώς και η ενίσχυση της παρουσίας της χώρας στην αγορά των πολυτελών σκαφών αναψυχής, όπου αυξάνεται η ζήτηση για εξειδικευμένες υπηρεσίες refit και συντήρησης.
Η EY-Parthenon εκτιμά ότι η αξιοποίηση αυτών των ευκαιριών προϋποθέτει επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις πράσινες τεχνολογίες, στις υποδομές και, κυρίως, στην ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, ώστε η ελληνική ναυπηγοεπισκευή να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο σε μια αγορά που αναδιαμορφώνεται διεθνώς.
Στα συνημμένα στο τέλος του κειμένου ολόκληρη η μελέτη



