Αυτό το μοντέλο δεν περιορίστηκε επειδή οι μικροί πλοιοκτήτες έπαψαν ξαφνικά να είναι ικανοί. Υποχώρησε επειδή η ναυτιλία έγινε πολύ πιο σύνθετη. Οι διεθνείς κανονισμοί πολλαπλασιάστηκαν, οι απαιτήσεις ασφαλείας αυξήθηκαν, η στελέχωση διεθνοποιήθηκε και η τεχνική διαχείριση ενός πλοίου άρχισε να απαιτεί ειδικότητες που καμία μικρή επιχείρηση δεν μπορούσε εύκολα να διατηρεί στο εσωτερικό της.
Έτσι αναπτύχθηκε η εποχή των μεγάλων εταιρειών διαχείρισης. Και όχι χωρίς λόγο. Οι οργανισμοί αυτοί πρόσφεραν πρόσβαση σε ανθρώπους, συστήματα, δίκτυα προμηθειών και μηχανισμούς συμμόρφωσης τους οποίους δεν θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μόνοι τους. Αυτού του είδους η διαχείριση υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις λογική, ασφαλής και οικονομικά βιώσιμη επιλογή.
Οι συνθήκες, όμως, αλλάζουν ξανά. Αυτή τη φορά, ο καταλύτης δεν είναι απλώς η ψηφιοποίηση. Είναι η τεχνητή νοημοσύνη.
Για πρώτη φορά, ένας μικρός πλοιοκτήτης μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε αναλυτικές δυνατότητες που μέχρι πρόσφατα απαιτούσαν μεγάλα τμήματα προσωπικού και σημαντικές επενδύσεις. Μπορεί να συγκεντρώνει και να επεξεργάζεται δεδομένα για την κατανάλωση, την κατάσταση των μηχανών, την ταχύτητα, τις καιρικές συνθήκες και την απόδοση κάθε ταξιδιού. Μπορεί να εντοπίζει αποκλίσεις, να αξιολογεί εναλλακτικές διαδρομές και να οργανώνει αποτελεσματικότερα τις προμήθειες και τη συντήρηση.
Παράλληλα, μπορεί να παρακολουθεί τις μεταβολές στους διεθνείς κανονισμούς, στις κυρώσεις και στους περιορισμούς που επηρεάζουν λιμένες, φορτία, αντισυμβαλλομένους και εμπορικές διαδρομές. Σε μια εποχή κατά την οποία το νομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον αλλάζει ακόμη και μέσα σε λίγες ημέρες, αυτή η δυνατότητα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά όρος επιβίωσης.
Η ουσιαστική αλλαγή είναι ότι ο μικρός πλοιοκτήτης δεν χρειάζεται πλέον να δημιουργήσει μια μικρογραφία μεγάλου ναυτιλιακού ομίλου για να λειτουργήσει με επαγγελματικούς όρους. Μπορεί να διατηρεί έναν περιορισμένο αλλά έμπειρο πυρήνα στελεχών και να αξιοποιεί εξωτερικούς τεχνικούς, νομικούς, ασφαλιστικούς και κανονιστικούς συμβούλους, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε υπόθεσης. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συνδέει αυτές τις διάσπαρτες πηγές γνώσης, να οργανώνει την πληροφορία και να την καθιστά άμεσα αξιοποιήσιμη.
Με άλλα λόγια, η μικρή ναυτιλιακή εταιρεία αποκτά τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την αναλυτική ισχύ ενός μεγαλύτερου οργανισμού, χωρίς να επωμίζεται ολόκληρο το κόστος και τη γραφειοκρατία του.
Η εξέλιξη αυτή έχει ξεχωριστή σημασία για την Ελλάδα.
Η ελληνική ναυτιλία δεν δημιουργήθηκε από απρόσωπους επιχειρηματικούς σχηματισμούς. Αναπτύχθηκε μέσα από μικρές και μεσαίες οικογενειακές εταιρείες, οι οποίες συνδύασαν τη γνώση του πλοίου με την ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων και την ικανότητα να αναγνωρίζουν ευκαιρίες εκεί όπου οι μεγαλύτεροι οργανισμοί έβλεπαν κυρίως κινδύνους.
Αυτό το επιχειρηματικό ένστικτο δεν αντικαθίσταται από κανέναν αλγόριθμο. Μπορεί, όμως, να ενισχυθεί από αυτόν.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν γνωρίζει τη θάλασσα όπως τη γνωρίζει ένας έμπειρος πλοίαρχος. Δεν αντιλαμβάνεται την αγορά όπως ένας πλοιοκτήτης που έχει ζήσει επανειλημμένους ναυτιλιακούς κύκλους. Μπορεί, όμως, να εξετάσει σε ελάχιστο χρόνο όγκους πληροφοριών που κανένας άνθρωπος δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει μόνος του. Μπορεί να αναδείξει κινδύνους, να συγκρίνει σενάρια και να υποδείξει ερωτήματα τα οποία διαφορετικά ίσως δεν θα είχαν τεθεί εγκαίρως.
Εδώ βρίσκεται τόσο η ευκαιρία όσο και η παγίδα. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μετατρέπει αυτομάτως μια μικρή εταιρεία σε καλή εταιρεία. Η αφθονία των δεδομένων δεν ισοδυναμεί με σωστή κρίση, ενώ ένα λανθασμένο συμπέρασμα δεν γίνεται αξιόπιστο επειδή παρουσιάζεται σε μια καλοσχεδιασμένη οθόνη.
Αν ο πλοιοκτήτης δεν γνωρίζει τι πρέπει να ρωτήσει και αν δεν διαθέτει τους κατάλληλους ανθρώπους για να ελέγξουν την απάντηση, το νέο εργαλείο μπορεί να δημιουργήσει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση βεβαιότητας.
Ούτε πρέπει να καλλιεργείται η εντύπωση ότι λίγοι άνθρωποι και ένας αλγόριθμος μπορούν να υποκαταστήσουν όλες τις λειτουργίες μιας σοβαρής εταιρείας διαχείρισης. Η ασφαλής λειτουργία του πλοίου, η συμμόρφωση και η προστασία του πληρώματος εξακολουθούν να απαιτούν πραγματική γνώση, οργανωμένη ευθύνη και ανθρώπινη παρουσία. Στη ναυτιλία, τα λάθη δεν διορθώνονται πάντοτε με μια αναβάθμιση λογισμικού.
Γι’ αυτό ο νέος μικρός πλοιοκτήτης δεν θα είναι ο μοναχικός επιχειρηματίας του παρελθόντος που προσπαθούσε να κάνει τα πάντα μόνος του. Θα είναι ο επικεφαλής ενός ευέλικτου δικτύου ανθρώπων, υπηρεσιών και ψηφιακών εργαλείων. Θα γνωρίζει τι μπορεί να αναθέσει, ποιον πρέπει να εμπιστευτεί και ποια απόφαση οφείλει να κρατήσει για τον εαυτό του.
Οι μεγάλες εταιρείες διαχείρισης δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Θα συνεχίσουν να είναι αναγκαίες και σε πολλές περιπτώσεις αναντικατάστατες. Η τεχνητή νοημοσύνη, όμως, μπορεί να περιορίσει το οργανωτικό πλεονέκτημα που τους προσέφερε ως τώρα το μέγεθός τους. Και αυτό μπορεί να ανοίξει ξανά την πόρτα σε μικρότερους, καλά οργανωμένους και πραγματικά ναυτιλιακούς επιχειρηματίες.
Η ναυτιλία της επόμενης ημέρας θα έχει νέους κανονισμούς, εναλλακτικά καύσιμα, γεωπολιτικά κατακερματισμένες αγορές και διαδρομές που θα αλλάζουν συνεχώς. Δεν θα της λείψουν ούτε τα δεδομένα ούτε οι αυτοματοποιημένες αναλύσεις. Εκείνο που πιθανότατα θα εξακολουθήσει να σπανίζει είναι ο άνθρωπος που μπορεί να συνδυάζει την πληροφορία με την εμπειρία και να αναλαμβάνει την ευθύνη μιας δύσκολης απόφασης.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έρχεται να αντικαταστήσει αυτόν τον άνθρωπο. Του δίνει, όμως, τη δυνατότητα να επιστρέψει στο παιχνίδι. Και ίσως να αποδειχθεί ότι ο μικρός πλοιοκτήτης, εφοδιασμένος πλέον με εργαλεία που κάποτε ανήκαν μόνο στους μεγάλους, έχει ακόμη πολλά να προσφέρει στη ναυτιλία.






