• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Alpha Bank: Αύξηση του ελλείμματος στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών το πρώτο τρίμηνο
15:16 - 12 Ιουν 2025

Alpha Bank: Αύξηση του ελλείμματος στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών το πρώτο τρίμηνο

Το πρώτο τρίμηνο του 2025, το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (ΙΤΣ) αυξήθηκε κατά 708 εκατ. ευρώ, καθώς το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών διευρύνθηκε, σύμφωνα με δελτίο που δημοσίευσε σήμερα, Πέμπτη 12 Ιουνίου, η Alpha Bank.

Το εμπορικό έλλειμμα στο οποίο οφείλεται πρωτίστως το έλλειμμα του ΙΤΣ αυξήθηκε σημαντικά το 2022 και έκτοτε παραμένει συγκριτικά υψηλό, εξαιτίας της αξιοσημείωτης ανόδου των εισαγωγών, παρά το γεγονός ότι και οι ελληνικές εξαγωγές έχουν αυξηθεί, αλλά με βραδύτερο ρυθμό.

Ενεργειακό κόστος

Οι εισαγωγές αγαθών διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο την τριετία 2022-2024 σε 87 δισ. ευρώ (τρέχουσες τιμές), έναντι περίπου 50 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2021. Δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η άνοδος της αξίας των εισαγωγών αγαθών οφείλεται, πρωτίστως στις τιμές της ενέργειας, οι οποίες αυξήθηκαν απότομα μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία. Παρά το γεγονός ότι το ενεργειακό κόστος έχει αποκλιμακωθεί (2023: -13,4%, 2024: -1,4%, 5μ 2025: -0,4%), παραμένει υψηλότερο σε σύγκριση με τα προ της ενεργειακής κρίσης επίπεδα.

Ισχυρότερη εγχώρια οικονομική μεγέθυνση έναντι των εμπορικών εταίρων

Παράλληλα, η χώρα βρίσκεται σε φάση οικονομικής μεγέθυνσης και μάλιστα με ρυθμούς υψηλότερους των κύριων εμπορικών εταίρων της. Το πρώτο τρίμηνο του 2025 το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,2%, έναντι 1,6% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-27), με την άνοδο αυτή να προέρχεται πρωτίστως από την ιδιωτική κατανάλωση (+1,9%).

Επιπρόσθετα, οι επενδύσεις κινούνται ανοδικά τα τελευταία χρόνια, αυξάνοντας σταδιακά το ποσοστό τους περί του 15%, από 12% κατά μέσο όρο κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, αν και οι συνολικές επενδύσεις μειώθηκαν σε ετήσια βάση κατά 3,2%, η κατηγορία μηχανολογικός και τεχνολογικός εξοπλισμός κατέγραψε ετήσια άνοδο ύψους 1,7%. Οι επενδύσεις υποστηρίζονται, μεταξύ άλλων, από τη σταδιακή υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Σημειώνεται ότι μέχρι τον Μάιο του 2025, η Ελλάδα έχει λάβει 21,3 δισ. ευρώ, δηλαδή 59% του συνολικού προϋπολογισμού. Ακόμα, σε ό,τι αφορά στο δανειακό σκέλος του προγράμματος, έως τον Απρίλιο είχαν υπογραφεί 435 δανειακές συμβάσεις συνολικού προϋπολογισμού 16,15 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος αυτών να αφορά έργα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή αναβάθμιση (47%) και ψηφιακό μετασχηματισμό (22%).

Τα ανωτέρω από κοινού συνεπάγονται αυξημένες εισαγωγές τόσο καταναλωτικών, όσο και κεφαλαιουχικών προϊόντων, καθώς η εγχώρια παραγωγή (π.χ. διαρκών αγαθών και μηχανημάτων) δεν επαρκεί για να εισοδήματος, αφετέρου από την καταναλωτική πίστη, της οποίας ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής επέστρεψε σε θετικό έδαφος από το 2022 και μετά.

Άνοδος Εξαγωγών και διατήρηση ανταγωνιστικότητας κόστους

Παράλληλα και οι εξαγωγές αγαθών, από το 2022 και έπειτα, έχουν διαμορφωθεί σε σημαντικά υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία (51 δισ. ευρώ, από 28 δισ. ευρώ κατά μέσο όρο, την περίοδο 2010-2021, σε τρέχουσες τιμές), γεγονός που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Στα Γραφήματα 2 και 3 απεικονίζονται οι δείκτες σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας (Real Effective Exchange Rate-REER ) της Ελλάδας ως προς το διεθνές εμπόριο, σε πραγματικούς όρους, με βάση:

  • τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) και
  • το μοναδιαίο κόστος εργασίας (ΜΚΕ).

Ο δείκτης REER αντανακλά τις σχετικές τιμές ή κόστος εργασίας σε μία χώρα, ως προς τις σχετικές τιμές των εμπορικών εταίρων της. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η τροχιά που ακολουθούν και οι δύο δείκτες της Ελλάδας από το 2010 μέχρι σήμερα είναι έντονα καθοδική, συνεπάγεται βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. Το τελευταίο είναι ακόμα πιο έντονο στην περίπτωση του δείκτη REER με βάση το MKE, ο οποίος στην εν λόγω περίοδο έχει σημειώσει σωρευτική πτώση 32%. Η υποχώρηση των δύο δεικτών κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης ήταν αποτέλεσμα, σε σημαντικό βαθμό, της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης, η οποία εφαρμόστηκε στο πλαίσιο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής και οδήγησε στη συρρίκνωση του κόστους εργασίας, αλλά και της χαμηλής ζήτησης. Το πρώτο τρίμηνο του 2025 οι δείκτες συναλλαγματικής ισοτιμίας της Ελλάδας μειώθηκαν κατά 1,4% με βάση τον ΕνΔΤΚ και 3,5% με βάση το ΜΚΕ, αντίστοιχα, γεγονός που συνεπάγεται περαιτέρω βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας.

ALPHA_cf8fa.PNG

ALPHA_ΕΝΔΤΚ_a587a.PNG

Αβεβαιότητα εμπορικών πολιτικών

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (Έκθεση Διοικητή 2024, Απρίλιος 2025), οι συναλλαγματικές ισοτιμίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένη μεταβλητότητα το τρέχον έτος εξαιτίας της αβεβαιότητας που δημιουργούν οι πολιτικές εμπορικού προστατευτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και οι οποίες μπορεί να έχουν επιπτώσεις στις σχετικές τιμές, σύμφωνα με την ελαστικότητα της ζήτησης για εισαγωγές βασικών υλών και ενδιάμεσων αγαθών. Οι επιπτώσεις αυτές εκτιμάται ότι θα είναι πιο σημαντικές για χώρες όπως η Ελλάδα με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές σε καταναλωτικά και ενδιάμεσα αγαθά, καθώς οι δυνατότητες υποκατάστασης αυτών είναι σχετικά περιορισμένες. Σε ότι αφορά στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας προβλέπεται ότι θα διατηρηθεί, καθώς το κόστος εργασίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περισσότερο στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της χώρας.