Όπως μεταδίδει το CNBC, η Κίνα, -η οποία βρίσκεται σε διπλωματικό συντονισμό με το Ιράν και έχει σημαντική οικονομική έκθεση στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή-, συνεχίζει να ζητά κατάπαυση του πυρός και μια λύση μέσω διαπραγματεύσεων, η οποία θα διασφαλίζει την κυριαρχία της Τεχεράνης και θα επιτρέψει την εκ νέου λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
«Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αραγτσί θα επισκεφθεί την Κίνα στις 16 Σεπτεμβρίου και ο Γουάνγκ Γι, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και υπουργός Εξωτερικών, θα έχει συνομιλίες μαζί του», όπως ανέφερε εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών σε σύντομη ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του υπουργείου.
Να σημειωθεί ότι η εν λόγω ανακοίνωση έρχεται μετά την απόρριψη, την Κυριακή, από τον πρόεδρο των ΗΠα, Ντόναλντ Τραμπ δημοσιευμάτων της Wall Street Journal, σύμφωνα με τα οποία το Πεκίνο είχε παράσχει στο Ιράν δορυφορικές εικόνες μιας βάσης στην Ιορδανία, διευκολύνοντας μια ιρανική επίθεση κατά την οποία σκοτώθηκαν τρεις Αμερικανοί στρατιώτες τον Ιούλιο.
Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ αναμένεται να συναντηθεί με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ στις 24 Σεπτεμβρίου, αν και το Πεκίνο δεν έχει ακόμη επιβεβαιώσει τη συνάντηση.
Οι ΗΠΑ αποτιμούν το κόστος του πολέμου με το Ιράν
Ιρανικά πλήγματα έχουν προκαλέσει ζημιές και καταστροφές σε «εκατοντάδες κτίρια και εγκαταστάσεις» σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, καθώς και σε «δεκάδες» αμερικανικά αεροσκάφη έως τα τέλη Ιουνίου, σύμφωνα με κυβερνητική έκθεση.
Όπως επισημαίνει το CNBC, ο πόλεμος με το Ιράν πλησίαζε τα 33,4 δισ. δολάρια έως τις 29 Ιουνίου, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, το οποίο δημοσίευσε τη Δευτέρα στο Κογκρέσο έκθεση του Γενικού Επιθεωρητή για τον πόλεμο με το Ιράν, καταγράφοντας την εξέλιξη της σύγκρουσης έως τα τέλη Ιουνίου. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται 184 εκατ. δολάρια για υλικές ζημιές σε αμερικανικές διπλωματικές εγκαταστάσεις σε τέσσερις χώρες -Ιράκ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- από ιρανικά πλήγματα, αναφέρεται στην έκθεση.
Η κατανάλωση αμερικανικών πυρομαχικών κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης «είχε ως αποτέλεσμα στρατηγικές ελλείψεις στα αποθέματα και ανέδειξε σημεία συμφόρησης στην αμυντική βιομηχανική βάση όσον αφορά την αναπλήρωση των αποθεμάτων πυρομαχικών».
Πριν από τη δημοσίευση της έκθεσης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε αναρτήσει μήνυμα, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ «παράγουν περισσότερα προηγμένα και κορυφαίας τεχνολογίας όπλα από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην Ιστορία μας».
Η έκθεση έδειξε ότι ένα μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς F-35A υπέστη ζημιές από εχθρικά πυρά, γεγονός που καταγράφηκε για πρώτη φορά για αεροσκάφος αυτού του τύπου. Έως τα τέλη Ιουνίου είχαν καταστραφεί τέσσερα μαχητικά F-15E και ένα αεροσκάφος εγγύς υποστήριξης εδάφους A-10.
Το F-35A κοστίζει 92 εκατ. δολάρια ανά αεροσκάφος, ενώ το F-15E κόστιζε 31,1 εκατ. δολάρια το 1998, σύμφωνα με την αμερικανική Πολεμική Αεροπορία.
Επτά αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-135 υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν, ενώ χάθηκαν επτά ελικόπτερα και περισσότερα από 30 μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones).






